Οι Xάι-χορώμιδες Οδοιπορικό στην ιστορία των Αρμενίων - Ρωμαίων του Ακν Εκτύπωση E-mail

Γκε­βόρ­γκ Κα­ζα­ριάν

Φοι­τη­τής Θε­ο­λο­γι­κής Σχο­λής ΕΚ­ΠΑ

Απρίλιος-Ιούνιος 2012 Τεύχος 73

 

Στα μέ­σα του ΣΤ΄αι. οι πε­ρισ­σό­τε­ροι αρ­χιε­ρείς της Με­γά­λης Αρ­με­νί­ας  με ε­πι­κε­φα­λής τον κα­θο­λι­κό Αρ­χιε­πί­σκο­πο Νερ­σές Β΄(548-557) α­πο­δο­κί­μα­σαν τον ό­ρο της εν Χαλ­κη­δό­να Τε­τάρ­της Οι­κου­με­νι­κής Συ­νό­δου και διέ­κο­ψαν την ευ­χα­ρι­στια­κή σχέ­ση τους με την Ορ­θό­δο­ξη Εκ­κλη­σί­α. Ω­στό­σο σε ο­ρι­σμέ­νες ε­παρ­χί­ες της Αρ­με­νί­ας έ­να με­γά­λο μέ­ρος του πλη­θυ­σμού ε­ξα­κο­λου­θούσε να μέ­νει ορ­θό­δο­ξο  .

Α­πό το Με­σαί­ω­να α­κό­μη οι ορ­θό­δοξοι Αρ­μέ­νιοι που α­κο­λου­θού­σαν τη βυ­ζα­ντι­νή εκ­κλη­σια­στι­κή πα­ρά­δο­ση ή­ταν γνω­στοί ως «Αρ­μέ­νιοι-Ρω­μαί­οι» . Το πρώ­το σκέ­λος της εν λό­γω ο­νο­μα­σί­ας φα­νέ­ρω­νε την ε­θνι­κό­τη­τα, ε­νώ το δεύ­τε­ρο την πί­στη τους. Σύμ­φω­να με την ί­δια λο­γι­κή, ό­σοι ορ­θό­δο­ξοι Αρ­μέ­νιοι ή­ταν μέ­λη της Εκ­κλη­σί­ας της Γε­ωρ­γί­ας μπο­ρού­σαν να ο­νο­μά­ζο­νται «Ί­βη­ρες»  .

Ε­πί­σης, κα­τά την ί­δια πε­ρί­ο­δο οι ορ­θό­δο­ξοι Αρ­μέ­νιοι ο­νο­μά­ζο­νταν «τσα­ντ» ή «τσα­ΐτ». Έ­ως και σή­με­ρα η α­κρι­βής ση­μα­σί­α των πα­ρα­πά­νω λέ­ξε­ων δεν εί­ναι γνω­στή, ωστό­σο πι­θα­νό­τα­τα προ­έρ­χο­νται α­πό την α­ρα­βι­κή «ζα­ΐ­ντ» που ση­μαί­νει «α­σκη­τής».

Κα­τά τη διάρ­κεια των αιώ­νων πά­ντως οι ορ­θό­δο­ξοι Αρ­μέ­νιοι ά­φη­σαν μι­α πλού­σια κλη­ρο­νο­μιά. Το πα­ρόν κείμε­νο ε­πι­χει­ρεί ω­στό­σο να σκια­γρα­φή­σει μό­νο την ι­στο­ρί­α και τον πο­λι­τι­σμό των Αρ­με­νί­ων-Ρω­μαί­ων που κα­τοι­κού­σαν κοντά στην πό­λη Ακν.

 

 

 

 

Α­πό το Βα­σπου­ρα­γκάν στη Σε­βά­στεια


Το 1021 ο βα­σι­λιάς της αρ­με­νι­κής Δυ­να­στεί­ας στο Βα­σπου­ρα­γκάν6  Σε­νε­χε­ρίμ Αρ­τζρου­νί­δης (968-1021) θέ­λο­ντας να α­πο­φύ­γει τις ε­πι­δρο­μές των Τούρ­κων Σελ­τζού­κων, υ­πέ­γρα­ψε συμ­φω­νί­α με τον αυ­το­κρά­το­ρα Βα­σί­λειο Β΄ (976-1025), σύμ­φω­να με την ο­ποί­α πα­ρέ­δω­σε το κρά­τος του στο Βυ­ζά­ντιο, ε­νώ ο ί­διος πή­ρε ως ι­διο­κτη­σί­α την πό­λη Σε­βά­στεια Μι­κράς Αρ­με­νί­ας7  και τις περιο­χές γύ­ρω α­πό αυ­τήν.

Έ­τσι ο τε­λευ­ταί­ος βα­σι­λιάς Αρ­τζρου­νί­δης με το έ­να τρί­το του πλη­θυ­σμού του Βα­σπου­ρα­γκάν (πε­ρί­που 400.000 άτο­μα) ε­γκα­τα­στά­θη­καν σ’ αυ­τά τα ε­δά­φη και ίδρυ­σαν τις πό­λεις Ακν8 , Α­ρα­μπκέρ και τα χω­ριά τους.

 

Τα χωριά των Αρμενο-Ρωμαίων


Με­ρι­κά α­πό τα χω­ριά του Ακν α­νή­κα­ν στους Αρ­με­νί­ους-Ρω­μαί­ους. Πρό­κει­ται για τα: Βα­νκ (Vank), Τζο­ράκ (Dzorak), Σρζού (Shrzu) και Μου­σε­γκά (Musheghka).

Το πρώ­το βρι­σκό­ταν βό­ρεια, α­πέ­να­ντι α­πό τον Ακν, στην ό­χθη του πο­τα­μού Ευ­φρά­τη. Η αρ­μενι­κή λέ­ξη «βανκ» ση­μαί­νει «μο­να­στή­ρι», γι’ αυ­τό λοι­πόν λέγε­ται πως στο συ­γκε­κρι­μέ­νο χω­ριό πα­λαιό­τε­ρα υ­πήρ­χε μί­α Μο­νή. Σύμ­φω­να μά­λιστα με τον Χ. Μπαρ­τι­κιάν στα ση­μειώ­μα­τα αρ­με­νι­κών χει­ρο­γρά­φων η πα­ρα­πά­νω εί­ναι γνω­στή με τις ο­νο­μα­σί­ες Νο­ρα­βά­νκ (Noravank-Νέ­α Μο­νή) και Κα­ϊ­λα­βά­νκ (Gailavank-Λυ­κο­μο­νή).

Σ’ αυ­τή τη Μο­νή το 1243 γρά­φτη­κε έ­να αρ­με­νι­κό χει­ρό­γρα­φο, το ο­ποί­ο πε­ριέ­χει ο­ρι­σμέ­να έρ­γα του Αγ. Βα­σι­λεί­ου του Μέ­γα κα­θώς και το Γε­ρο­ντι­κό, ε­νώ καλ­λι­γρά­φος του ή­ταν ο διά­κο­νος Σερ­γής. Σή­με­ρα, αυ­τό φυ­λάσ­σε­ται στη βι­βλιο­θή­κη του Αρ­με­νι­κού Πα­τριαρ­χεί­ου της Ιε­ρου­σα­λήμ (αρ. 336). Σύμ­φω­να και πά­λι με τον Μπαρ­τι­κιάν, στην ί­δια Μο­νή γρά­φτη­κε το 1305 α­πό τον «τσα­ντ» Θε­ό­φι­λο και έ­να Ευαγ­γέ­λιο, το ο­ποί­ο βρί­σκε­ται στη βι­βλιο­θή­κη του Αρ­με­νι­κού Πα­τριαρ­χεί­ου της Κι­λι­κί­ας (Λί­βα­νος, αρ. 223).

Έ­να α­κό­μη ε­ξί­σου ση­μα­ντι­κό χει­ρό­γρα­φο του 1584 προ­έρ­χε­ται α­πό την ί­δια Νέ­α Μο­νή και φυ­λάσ­σε­ται στη βι­βλιο­θή­κη Αρ­με­νο-κα­θο­λι­κής Μο­νής του Αγ. Λα­ζά­ρου της Βε­νε­τί­ας (αρ 630). Αυ­τό πε­ριέ­χει το Ο­κτώ­η­χο, το ο­ποί­ο ήταν με­τα­φρα­σμέ­νο α­πό τους πα­πά­δες Μη­νά και Σί­μων «στη δι­κή μας γλώσ­σα» (δη­λα­δή στα αρ­με­νι­κά), σύμ­φω­να με τα λε­γό­με­να του καλ­λι­γρά­φου παπά Ιω­άν­νη.

Η Εκ­κλη­σί­α του Βα­νκ ή­ταν στο ό­νο­μα του Αγ. Με­γα­λο­μάρ­τυ­ρος Γε­ωρ­γί­ου του Τρο­παιο­φό­ρου, α­νοι­κο­δο­μή­θη­κε το 1722 και ε­γκαι­νιά­στη­κε­ το ε­πό­με­νο έ­τος α­πό τον Αρ­χιε­πί­σκο­πο της Χαλ­δί­ας και Χε­ριά­νων Ι­γνά­τιο. Στα τέ­λη του ΙΘ΄αι. εί­χε δύ­ο ιε­ρείς, ο νε­ό­τε­ρος α­πό τους ο­ποί­ους ή­ταν και ο δά­σκα­λος στο σχο­λεί­ο του χω­ριού.

Στη δε­κα­ε­τί­α του ‘60 του ΙΘ΄αι., το Βα­νκ εί­χε 80 οι­κο­γέ­νειες, ό­μως στα τέ­λη του ί­διου αιώ­να και έ­πει­τα α­πό δύ­ο πυρ­κα­γιές εί­χε 40 οι­κο­γέ­νειες Αρ­με­νο­ρω­μαί­ων και 5 με 10 οι­κο­γέ­νειες Τούρ­κων.

Κο­ντά στο Βα­νκ βρι­σκό­ταν το χω­ριό Α­τμά, α­πό το ο­ποί­ο κα­τα­γόταν ο Ιω­άν­νης Α­τμά­νος, ο η­γού­με­νος της Μο­νής Μπάτσκο­βο της Φι­λιπ­πού­πο­λης (Βουλ­γα­ρί­α). Ο ί­διος βρέ­θη­κε στο πλευ­ρό του βυζαντινού θε­ο­λό­γου Θε­ω­ρια­νού, λαμ­βά­νο­ντας μέ­ρος στις αρ­με­νο-βυ­ζα­ντι­νές εκ­κλη­σια­στι­κές δια­πραγ­μα­τεύ­σεις του ΙΒ΄αι14. Κα­τά τη διάρ­κεια του ΙΘ΄αι. στο χω­ριό ζού­σα­ν α­πο­κλει­στι­κά Τούρ­κοι.

Μι­α ώ­ρα βο­ρειο­α­να­το­λι­κά α­πό το Ακν βρι­σκό­ταν το Τζο­ράκ (στα αρ­με­νι­κά «dzorak» ση­μαί­νει «μι­κρή χα­ρά­δρα»). Στην δε­κα­ε­τί­α του 60-70 του ΙΘ΄ αι. το χω­ριό εί­χε 30 οι­κο­γέ­νειες, αλ­λά λό­γω χα­ρα­κτη­ρι­στι­κού κύ­μα­τος με­τα­νά­στευ­σης με κα­τεύ­θυν­ση την Κωνσταντι-νούπολη, στα τέ­λη του ι­δί­ου αιώ­να στο Τζοράκ εί­χαν μεί­νει μό­νο 10 οι­κο­γέ­νειες Αρ­με­νο­ρω­μαί­ων και 10 Τούρ­κων. Η εκ­κλη­σί­α του χω­ριού ή­ταν α­φιε­ρω­μένη στον Αγ. Νι­κό­λα­ο, εί­χε κτι­στεί ή -κα­λύ­τε­ρα- ξα­να­κτι­στεί το 1794, ε­νώ στα τέ­λη του ΙΘ΄αι. εί­χε έ­ναν ε­φη­μέ­ριο.

Το χω­ριό που βρι­σκό­ταν στα βό­ρεια του Ακν, στο Σρζού πή­ρε το ό­νο­μά του -κα­τά τον Χ. Μπαρ­τι­κιάν- α­πό τη λέ­ξη «Σερ­γί­ου», γε­γο­νός που υ­πο­δη­λώ­νει την πα­λαιό­τε­ρη ύ­παρ­ξη Μο­νής των Αγ. Σερ­γί­ου και Βάκ­χου στην πε­ριο­χή. Στο συ­γκε­κρι­μέ­νο Μο­να­στή­ρι το 1272 γρά­φτη­κε έ­να αρ­με­νι­κό Ευαγ­γέ­λιο, το ο­ποί­ο ό­μως χά­θη­κε κα­τά τη διάρ­κεια της Με­γά­λης Γε­νο­κτο­νί­ας του 1915.

Στα τέ­λη στο ΙΘ΄ αι. στο Σρζού έ­με­ναν 30 οι­κο­γέ­νειες Αρ­με­νί­ων-Ρω­μαί­ων και 20 Τούρ­κων, ε­νώ η εκ­κλη­σί­α του Αγ. Ιω­άν­νου Χρυ­σο­στό­μου εί­χε έ­ναν ε­φη­μέ­ριο. Στο χω­ριό υ­πήρ­χε σχο­λεί­ο και δά­σκα­λος, ό­πως και ένας δεύ­τε­ρος δά­σκα­λος που ερχόταν από το Βανκ, για να δι­δά­ξει στο Ακν.

Το χω­ριό Μου­σε­γκά (το «Musheghka» στα αρ­με­νι­κά ση­μαί­νει «του Μου­σε­γίκ») κα­τά την το­πι­κή πα­ρά­δο­ση ι­δρύ­θη­κε α­πό τον άρ­χο­ντα Μου­σε­γίκ από τη συνοδεία του βασιλιά Σενεχερίμ. Βρι­σκό­ταν βο­ρειο­α­να­το­λι­κά του Ακν και α­πεί­χε α­πό το Τζο­ράκ μι­α ώ­ρα.

Η εκ­κλη­σί­α του Μου­σε­γκά, α­φιε­ρω­μέ­νη στον Αγ. Γε­ώρ­γιο, ξα­να­κτί­στη­κε πλή­ρως με­τα­ξύ 1892 και 1893, ε­νώ εί­χε έ­να ε­φη­μέ­ριο. Το εν λό­γω διά­στη­μα φι­λο­ξε­νού­σε 15 ορ­θό­δο­ξες οι­κο­γέ­νειες και 15 οι­κο­γέ­νειες Τούρ­κων.

Α­ξί­ζει να ση­μειω­θεί, ό­τι με­τα­ξύ 1622 και 1628 με­ρι­κοί α­πό τους Αρ­με­νο­ρω­μαί­ους του Α­κν εί­χαν προ­σφύ­γει στην Βη­θα­νί­α και εί­χαν ε­γκα­τα­στα­θεί στα χω­ριά Χου­δί, Ορ­θα­κιό­ι (Orthaqyoy ή Αγ­μπε­ράκ) και Φουν­δου­κλί.

Ε­πι­πλέ­ον, κο­ντά στο Ακν υ­πήρ­χαν τα χω­ριά Χο­γές ή Χο­γούς (Hoghes-Hoghus) και Μαμ­σά. Για το πο­σο­στό των Αρ­με­νο­ρω­μαί­ων του πρώ­του δεν έ­χου­με πλη­ρο­φο­ρί­ες, αλ­λά στο Μαμ­σά στη δε­κα­ε­τί­α του 70 του ΙΘ΄ αι. ζού­σα­ν 36 οι­κο­γέ­νειες Αρ­με­νο­ρω­μαί­ων και 40 οι­κο­γέ­νειες, ο­πα­δοί της Αρ­με­νι­κής Εκ­κλη­σί­ας.

Έ­νας μι­κρός α­ριθ­μός ορ­θό­δο­ξων Αρ­με­νίων κα­τοι­κού­σε, ε­πί­σης, στα χω­ριά Χνδρκίκ και Σα­θιρ­κές (8 και 2 οι­κο­γέ­νειες α­ντί­στοι­χα).

 

Εκ­κλη­σια­στι­κά θέ­μα­τα


Οι ορ­θό­δο­ξοι Αρ­μέ­νιοι του Ακν, εκκλη­σια­στι­κά, ανή­καν στις μη­τρο­πό­λεις του Α­μίδ (Διαρ­μπε­κίρ) και της Θε­ο­δο­σου­πό­λε­ως (Ερ­ζρούμ) του Πα­τριαρ­χεί­ου της Α­ντιό­χειας. Εί­ναι ωστό­σο δύ­σκο­λο να πει κα­νείς με σι­γου­ριά ε­άν αυ­τοί α­σπά­στη­καν την ορ­θό­δο­ξη πί­στη με­τά το 1021, ή ή­δη ή­τα­ν α­νέ­κα­θεν ορ­θό­δο­ξοι. Σύμφω­να με την πρώ­τη υ­πό­θε­ση, ως ε­πι­χεί­ρη­μα θε­ω­ρεί­ται το γε­γο­νός ό­τι, μέ­χρι τις αρ­χές του ΙΘ΄ αι., τα εκ­κλη­σια­στι­κά άμ­φια των ορ­θο­δό­ξων Α­κνί­των ή­τα­ν ε­κεί­να της Αρ­με­νι­κής Εκ­κλη­σί­ας. Α­πό την άλ­λη πλευ­ρά, στην πε­ριο­χή υ­πήρ­χε ορ­θό­δο­ξος πλη­θυ­σμός  και πριν το 1021. Πι­θα­νό­τα­τα λοι­πόν, οι ο­μά­δες των ορ­θο­δό­ξων Αρ­με­νί­ων έ­χουν φτά­σει στο Ακν α­νά ε­πο­χές και α­πό δια­φο­ρε­τι­κές ε­παρ­χί­ες της Αρ­με­νί­ας. Γι’ αυ­τό μάλ­λον η γλώσ­σα που χρη­σι­μο­ποιού­σαν, αν και αρ­με­νι­κή, πα­ρου­σί­αζε ο­ρι­σμέ­νες λε­ξι­λο­γι­κές και προ­φο­ρι­κές δια­φο­ρές, σε σύ­γκρι­ση με τη διά­λε­κτο των άλ­λων Α­κνί­των.

Γε­νι­κά, η λα­τρευ­τι­κή γλώσ­σα των Αρ­με­νο­ρω­μαί­ων ή­ταν τα αρ­με­νι­κά, ω­στό­σο χρη­σι­μο­ποιού­σαν και τα τουρ­κι­κά. Στα ελ­λη­νι­κά, δε, έ­ψελ­ναν τον Τρι­σά­γιο ύ­μνο21  και το Σύμ­βο­λο Πί­στε­ως, ε­νώ η λα­τρεί­α τε­λού­νταν με τη συ­νο­δεί­α της βυ­ζα­ντι­νής μου­σι­κής.

 

Σχέ­σεις με τον Ελ­λη­νι­σμό


Σύμ­φω­να με μαρ­τυ­ρί­α του Πα­τέ­ρα Λου­κά Ι­ντζι­τζιάν, πα­λαιό­τε­ρα οι ορ­θό­δο­ξοι Αρ­μέ­νιοι πα­ντρεύ­ο­νταν α­δια­κρί­τως με τους Αρ­με­νί­ους που ή­ταν μέ­λη της Αρ­με­νι­κής Εκ­κλη­σί­ας, αλ­λά κα­τά τη δε­κα­ε­τί­α των 70-80 Ι­Η΄ αι. η Ορ­θό­δο­ξη Εκ­κλη­σί­α α­πα­γό­ρε­ψε αυ­τούς τους γά­μους .

Ό­πως μας πλη­ρο­φο­ρεί ο Χ. Τζα­νι­κιάν, στα χω­ριά των ορ­θο­δό­ξων Αρ­με­νί­ων έρ­χο­νταν Έλ­λη­νες γα­μπροί, οι ο­ποί­οι πα­ντρεύ­ο­νταν και ε­γκα­θί­στα­νται μό­νι­μα ε­κεί . Ε­πει­δή, η κα­θη­με­ρι­νή γλώσ­σα των ντό­πιων πα­ρέ­με­νε η αρ­με­νι­κή, έ­τσι και οι Έλ­λη­νες σι­γά-σι­γά μά­θαι­ναν και μι­λού­σαν την αρ­με­νι­κή, ώ­στε οι σύγ­χρο­νοι να μαρ­τυ­ρούν ό­τι ε­λά­χι­στοι Αρ­με­νο­ρω­μαί­οι μι­λού­σαν ελ­λη­νι­κά και α­κό­μα και οι ιε­ρείς δεν τα γνώ­ρι­ζαν. Ταυ­τό­χρο­να, πολ­λοί Αρ­με­νο­ρω­μαί­οι πα­ροι­κού­σαν στην Κ. Πό­λη και ε­κεί πα­ντρεύ­ο­νταν με τους ο­μο­δό­ξους τους Έλ­λη­νες.

Πνευ­μα­τι­κή-πο­λι­τι­στι­κή κλη­ρο­νο­μιά

Οι κά­τοι­κοι των χω­ριών Βα­νκ και Τζο­ράκ ή­ταν μορ­φω­μέ­νοι και πο­λύ ευ­γε­νείς. Πολ­λοί απ’ αυ­τούς ή­ταν γνω­στά πρό­σω­πα και πλού­σιοι τρα­πε­ζί­τες, οι ο­ποί­οι μά­λι­στα στή­ρι­ξαν οι­κο­νο­μι­κά την πε­ριο­χή, έ­χο­ντας πα­ράλ­λη­λα κα­θο­ρι­στι­κό ρό­λο στην α­νά­πτυ­ξη του πνευ­μα­τι­κού πο­λι­τι­σμού.

Έ­τσι, το 1679 με πα­ραγ­γε­λί­α του «ευ­λα­βή και φι­λό­θε­ου» κα­τοί­κου του Τζο­ράκ Λα­ζά­ρου και του ιε­ρέ­α Ματ­θαί­ου Κυ­πριώ­τη, ο Α­πα­βή Μαρ­γα­ρι­τιάν ε­μπλού­τι­σε με νέ­ες με­τα­φρά­σεις το αρ­χαί­ο αρ­με­νο­ορ­θό­δο­ξο Μέ­γα Ω­ρο­λό­γιο. Η ερ­γα­σί­α του Α. Μαρ­γα­ρι­τιάν έ­χει φτά­σει σε μας μέ­σω ε­νός χει­ρο­γρά­φου, το ο­ποί­ο έ­γρα­ψε το 1716 ο διά­κο­νος (και με­τέ­πει­τα ιε­ρέ­ας) της Εκ­κλη­σί­ας του Αγ. Γε­ωρ­γί­ου του Βανκ ο Φι­λό­θε­ος. To χει­ρό­γρα­φο φυ­λάσ­σε­ται σή­με­ρα στη βι­βλιο­θή­κη του Αρ­με­νι­κού Πα­τριαρ­χεί­ου της Κι­λι­κί­ας.

Το 1701- 1702 με δα­πά­νη του «μα­χτε­σί» (προ­σκυ­νη­τή της Αγ. Πό­λε­ως) Σάβ­βα και της συ­ζύ­γου του μα­χτε­σί Τζι­χάν, ο ιε­ρέ­ας Ι­γνά­τιος α­πό το χω­ριό Α­που­τσέχ (Apuchekh) έ­γρα­ψε έ­να με­γά­λο χει­ρό­γρα­φο Συ­να­ξα­ρι­στή, το ο­ποί­ο φυ­λασ­σό­ταν στην εκ­κλη­σί­α του Βανκ και διαβα­ζό­ταν σε η­με­ρή­σια βά­ση. Έ­να α­ντί­γρα­φο αυ­τού του βι­βλί­ου (του έ­τους 1704, διά χει­ρός του ι­δί­ου του Ι­γνα­τί­ου) φυ­λασ­σό­ταν στην εκ­κλη­σί­α του Τζο­ράκ. Στην ί­δια εκ­κλη­σί­α υ­πήρ­χε, ε­πί­σης, το χει­ρό­γρα­φο βι­βλί­ο «Κη­ρύγ­μα­τα κα­τά την α­γί­α και με­γά­λη Τεσ­σα­ρα­κο­στή». Ή­ταν στην αρ­με­νι­κή γλώσ­σα και γρά­φτη­κε το 1778 στην Πά­τμο. Η μοί­ρα των πα­ρα­πά­νω χει­ρο­γρά­φων ω­στό­σο πα­ρα­μέ­νει ά­γνω­στη.

Στα μέ­σα του ΙΘ΄αι. ο Α­γκόπ Τσαμ­τσιο­γλί (Hakop Chamchiogli) έ­κα­νε μι­α νέ­α με­τά­φρα­ση του Με­γά­λου Ω­ρο­λο­γί­ου, έ­πει­τα α­πό πα­ραγ­γε­λί­α του κα­τοί­κου του Βανκ, Χα­τζί Μου­ράδ Λα­ζά­ρη. Α­ντι­γρα­φή αυ­τού του χει­ρο­γρά­φου πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε μετα­ξύ 1762 και 1767 στην Ι. Μ. Διο­νυ­σί­ου του Αγ. Ό­ρους. Ο καλ­λι­γρά­φος ή­ταν ο γιος του ιε­ρέ­α του Βα­νκ Πα­τέ­ρα Μάρ­κου, ο μο­να­χός Αρ­σέ­νιος, τον ο­ποί­ο βο­ή­θη­σε ο γιος κά­ποιου ο­νό­μα­τι Α­σλάν, ο μο­να­χός Μαρ­γκά­ριος.

Η με­τά­φρα­ση του Τσαμτσιο­γλί εν βά­σει του εν λό­γω α­γιο­ρεί­τι­κου κει­μέ­νου ε­κτυ­πώ­θη­κε το 1800 στην Κω­στα­ντι­νούπο­λη.

Το 1787 με δα­πά­νη του κα­τοί­κου του Βανκ μα­χτε­σί Νι­κο­λά­ου και με τη βο­ή­θεια των κλη­ρι­κών του χω­ριού, ο ιε­ρέ­ας του χωριού Κα­μα­ρα­κάπ, Ιω­άν­νης έ­γρα­ψε έ­να χει­ρό­γρα­φο Ευαγ­γέ­λιο για τις λει­τουρ­γι­κές α­νά­γκες της εκ­κλη­σί­ας του Αγ. Γε­ωρ­γί­ου. Ά­ξιο α­να­φο­ράς είναι πως αυ­τό το Ευαγ­γέ­λιο α­πο­τε­λεί έ­ως και σή­με­ρα έ­να α­πό τα α­ρι­στουρ­γή­μα­τα της αρ­με­νι­κής καλ­λι­γρα­φι­κής τέ­χνης. Ε­πι­πλέ­ον, φέ­ρει έ­να α­ση­μέ­νιο και ε­πιχρυ­σω­μέ­νο ε­ξώ­φυλ­λο με πα­ρα­στά­σεις α­πό τη ζω­ή του Χρι­στού και της Πα­να­γί­ας24  .

Έ­νας α­πό τους γνω­στούς Α­κνί­τες που εί­χαν ε­γκα­τα­στα­θεί στην Κω­στα­ντι­νούπο­λη. ή­ταν και ο α­ξιω­μα­τού­χος και ευερ­γέ­της Α­να­στάς-α­γά. Το 1830 με δα­πά­νη ντό­πιων πλού­σιων Αρ­με­νί­ων, α­νά­με­σα στους ο­ποί­ους ή­ταν και ο Α­να­στάς-α­γά, ι­δρύ­θη­κε το Ε­θνι­κό Αρ­με­νι­κό Νο­σο­κο­μεί­ο «Αγ. Σω­τήρ».

Το 1831 με την ευ­λο­γί­α του Οι­κου­με­νι­κού Πα­τριάρ­χη Α­γα­θάγ­γε­λου (1826-1830) στην Κ. Πό­λη τυ­πώ­θη­κε η νέ­α αρ­με­νι­κή με­τά­φρα­ση του Ευ­χο­λο­γί­ου της Ορ­θό­δο­ξης Εκ­κλη­σί­ας. Τις δα­πά­νες, τό­σο της με­τά­φρα­σης, ό­σο και της ε­κτύ­πω­σης, α­νέ­λα­βε ο Α­να­στάς-α­γά. Ε­πί­σης, ο ί­διος χρη­μα­το­δό­τη­σε τη με­τά­φρα­ση του βι­βλί­ου του Μη­τρο­πο­λί­τη της Αι­τω­λί­ας Νε­ο­φύ­του «Α­πάν­θι­σμα της χρι­στια­νι­κής πί­στε­ως», το ο­ποί­ο με­τέ­φρα­σε ο Γκε­βόργκ Πα­λα­τε­τσί το 1779 στην Κω­στα­ντι­νούπο­λη. Μί­α α­ντι­γρα­φή του 1788, αυτού του έρ­γου, φυ­λάσ­σε­ται στην Αρ­με­νο-κα­θο­λι­κή Μο­νή των Μχι­τα­ρί­στων στη Βιέν­νη (αρ. 731).

 

Η προ­σφυ­γή


To 1895 με ε­ντο­λή του σουλ­τά­νου Α­μπτούλ-Χα­μίδ στη Δυ­τι­κή Αρ­με­νί­α και την Κι­λι­κί­α σκο­τώ­θη­καν 300.000 πε­ρί­που Αρ­μέ­νιοι. Στα πλαί­σια αυ­τών των σφα­γών οι νο­μά­δες των Τούρ­κων και των Κούρ­δων λε­η­λά­τη­σαν και έ­κα­ψαν τα σπί­τια των χρι­στια­νών του Ακν και των χω­ριών του. Η ε­φη­με­ρί­δα «Ε­στί­α» στις 13 Σε­πτεμ­βρί­ου του 1896 έ­γρα­φε: «Κα­τά νε­ω­τέ­ρας η­μών εκ Κων­στα­ντι­νου­πό­λε­ως πλη­ρο­φο­ρί­ας σχε­τι­κάς προς τας τε­λευ­ταί­ας εν Μ. Α­σί­α α­νη­συ­χί­ας με­τα­ξύ των σφα­γέ­ντων κα­τα­λέ­γο­νται 800 χα­ϊ­χο­ρού­μι­δες, ορ­θό­δο­ξοι δη­λα­δή Αρ­μέ­νιοι, κα­τοι­κού­ντες παρά το Ε­γκίν. 1500 δε κα­θα­ρώς Αρ­μέ­νιοι».

Οι σφα­γές του Χα­μίδ α­πο­τέ­λε­σαν μό­νο το πρε­λού­διο του φρι­κτού προ­γράμ­μα­τος που ως στό­χο εί­χε την ε­ξο­λό­θρευ­ση χρι­στια­νών στην Ο­θω­μα­νι­κή Αυ­το­κρα­το­ρί­α. Α­πό το 1915 άρ­χι­σε να πραγ­μα­το­ποιεί­ται η Με­γά­λη Γε­νο­κτο­νί­α των Αρ­με­νί­ων με α­πο­τέ­λε­σμα να σφα­για­στούν 1.500 000 άν­θρω­ποι και να ε­ξο­ντω­θεί ο αρ­με­νι­κός πλη­θυ­σμός της Δυ­τι­κής Αρ­με­νί­ας και των πό­λε­ων της Ο­θω­μα­νι­κής Αυ­το­κρα­το­ρί­ας.

Τη Γε­νο­κτο­νί­α των Αρ­με­νί­ων α­κο­λού­θη­σαν οι σφα­γές των Ελ­λή­νων και η Μι­κρα­σιά­τι­κη Κα­τα­στρο­φή. Κα­τά τη Συμ­φω­νί­α της Λο­ζά­νης (1923) πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε η γνω­στή α­νταλ­λα­γή πλη­θυ­σμών με­τα­ξύ Ελ­λά­δας και Τουρ­κί­ας. Έ­τσι το 1924, ε­βδο­μή­ντα οι­κο­γέ­νειες Αρ­με­νο­ρω­μαί­ων του Ακν -ε­πι­ζή­σα­ντες των σφα­γών- εί­χαν τη δυ­να­τό­τη­τα προ­σφυ­γής στην Ελ­λά­δα. Οι πρό­σφυ­γες ε­γκα­τα­στά­θη­καν στη βό­ρεια Εύ­βοια και ί­δρυ­σαν τον οι­κι­σμό «Νέ­α Ε­γκίν». Αρ­γό­τε­ρα, η Νέ­α Ε­γκίν συγ­χω­νεύ­τη­κε με τη δι­πλα­νή Κα­στα­νιώ­τισ­σα.

 

Share
 

Για να εξασφαλίσουμε τη σωστή λειτουργία του ιστότοπου, μερικές φορές τοποθετούμε μικρά αρχεία δεδομένων στον υπολογιστή σας, τα λεγόμενα «cookies». Οι περισσότεροι μεγάλοι ιστότοποι κάνουν το ίδιο. Περισσότερα...

"Δέχομαι"


ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΙΒΛΙΩΝ


διαφήμιση στο αρμενικά

armenian community

Online Επισκέπτες

Έχουμε 33 επισκέπτες συνδεδεμένους