Ζαμπέλ Γεσαγιάν...μια φεμινίστρια συγγραφέας Εκτύπωση E-mail

Πηγή: Armenian Reporter - Ναϊρί Απραχαμιάν

Μετάφραση: Έλεν Καραογλανιάν

Τεύχος: Mάιος-Ιούνιος 2009

 

Το συγγραφικό της έργο έχει εκτιμηθεί από κριτικούς και συγγραφείς, όπως ο Κρικόρ Ζοχράμπ και ο Αγκόπ Οσαγκάν, οι οποίοι την χαρακτηρίζουν ως «την πιο ταλαντούχα … πλήρη συγγραφέα ανάμεσα στους αρμένιους συγγραφείς». Το έργο της Γεσαγιάν αποτελεί μια σημαντική προσφορά όχι μόνο στην αρμενική λογοτεχνία ή στη λογοτεχνία των γυναικών, αλλά και στην παγκόσμια κοινωνία. Όμως, πέραν της συγγραφής της, αυτό που πραγματικά κάνει τη Γεσαγιάν να ξεχωρίζει ως μια σημαντική ηρωίδα της αρμενικής ιστορίας είναι η γενναία ζωή της και η ολοκληρωτική αφοσίωσή της στο σκοπό της. Δεν έγραψε μόνο για τον φεμινισμό - τον έζησε.

 

 

Η Ζαμπέλ Γεσαγιάν (το γένος Οβαννισιάν) γεννήθηκε στη συνοικία Σκούταρι της Κωνσταντινούπολης, το 1878. Φοίτησε στο Παρίσι, στη Σορβόννη, και ήταν μια από τις πρώτες Αρμένισσες της εποχής της που σπούδασε στο εξωτερικό. Έγινε γνωστή γράφοντας ποιήματα, μικρές ιστορίες και δοκίμια στα αρμενικά και γαλλικά, σε περιοδικά. Το 1900, ούσα ακόμα φοιτήτρια στο Παρίσι, παντρεύτηκε τον Ντικράν Γεσαγιάν, έναν φωτογράφο. Απέκτησαν δύο παιδιά, την Σοφή και τον Χράντ.

Το 1908 η Γεσαγιάν επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη για να συνεχίσει την καριέρα της συγγραφέως. Πήρε τον νεαρό Χράντ μαζί της, ενώ η Σοφή έμεινε με τον άντρα της στο Παρίσι. Το 1909 πήγε στην Κιλικία ως μέλος της Πατριαρχικής Επιτροπής Κωνσταντινουπόλεως, για να ερευνήσει τα επακόλουθα των σφαγών στα Άδανα. Κατέγραψε τις τραγικές ιστορίες των επιζησάντων και αφιέρωσε πολλά έργα σε αυτό το θέμα. Το 1911 έκανε λεπτομερή αναφορά σε ένα βιβλίο με τίτλο «Ανάμεσα στα συντρίμμια», το οποίο περιείχε συνεντεύξεις από επιζήσαντες καθώς και τη δική της αποτύπωση της φρίκης που αντίκρισε.

Η Ζαμπέλ Γεσαγιάν ήταν ανάμεσα στους αρμένιους διανοούμενους που συνελήφθησαν από τις οθωμανικές αρχές τον Απρίλιο του 1915, αλλά ξέφυγε καταφεύγοντας στη Βουλγαρία. Έζησε αρκετά χρόνια στην εξορία, όμως όλο τον καιρό έγραφε και εργαζόταν για την εξασφάλιση αρωγής για να ελαφρύνει τον πόνο του λαού της με όποιον τρόπο μπορούσε. Το 1917 βρισκόταν στο Μπακού, όπου φρόντιζε αρμένιους πρόσφυγες και ορφανά. Ταξιδεύοντας στη Μέση Ανατολή σε παρόμοιες αποστολές, η Γεσαγιάν και ο γιος της δεν επανασυνδέθηκαν με την οικογένειά τους στο Παρίσι έως το 1919.

Το 1920 πήγε για άλλη μια φορά στην Κιλικία, με τα δύο της παιδιά, για να βοηθήσει ορφανούς Αρμενίους. Επέστρεψε στο Παρίσι το 1921 λίγο μετά το θάνατο του συζύγου της.

Αυτά τα χρόνια έγραψε ξεχωριστά λογοτεχνικά έργα που ώθησαν το αρμενικό φεμινιστικό βιβλίο, όπως «Το τελευταίο Κύπελλο» (1917) και «Η Ψυχή μου στην Εξορία» (1922). Παράλληλα, απηύθυνε αμέτρητες εκκλήσεις ζητώντας την παγκόσμια προσοχή για τους επιζώντες της Γενοκτονίας. Γύρω από το ίδιο θέμα περιστρέφεται και ένα από τα πιο γνωστά της έργα, «Η Αγωνία ενός Λαού» (1917).

Όλως παραδόξως, οι σύγχρονοί της συχνά περιέπαιζαν τις άοκνες προσπάθειές της. Ο Κοστάν Ζαριάν, ένας εξέχων αρμένιος ποιητής και συγγραφέας, είχε επίσης καταφύγει στη Βουλγαρία κατά τις απελάσεις. Στην αυτοβιογραφία του «Πόλεις», ο Ζαριάν έγραψε ένα κεφάλαιο για την Γεσαγιάν που έχει τον τίτλο «η Εθνική Γαλοπούλα», όπου εστιάζει στην εμφάνισή της και κοροϊδεύει την πόζα της αντί να αναγνωρίζει το έργο της. Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι παρμένο από το βιβλίο του Ζαριάν «Ζαμπέλ Γεσαγιάν: Οι Κήποι του Σιλιχντάρ & Άλλες Γραφές»:

«Έχει φτάσει. Ένα παράξενα ψηλό καπέλο στο κεφάλι της, ένα στενό φόρεμα, αλλόκοτα μεγάλα πόδια, στενά μάτια - μια ξεπουπουλιασμένη, γέρικη κότα που … έχει πέσει στους δρόμους της Σόφιας και τώρα κράζει με μία διαπεραστική, φλογερή φωνή.»

Το 1926, η Γεσαγιάν επισκέφθηκε τη σοβιετική Αρμενία, όπου ένιωσε έντονη συγκίνηση και, ενθαρρυμένη από τις εμπειρίες της, βρήκε εκεί μια νέα ελπίδα για το αρμενικό έθνος. Εξέδωσε τις ταξιδιωτικές της εντυπώσεις στο έργο «Ο Προμηθέας Αδέσμευτος», το οποίο αποδοκιμάστηκε έντονα από τους κριτικούς της διασποράς ως σοβιετική προπαγάνδα. Αυτό που δεν είδαν ήταν ότι η Γεσαγιάν δεν γοητεύτηκε από κάποιο πολιτικό κόμμα ή κάποιο σύστημα διακυβέρνησης, αλλά από την προοπτική της αναγέννησης ενός έθνους και της δημιουργίας ενός πιο λαμπρού μέλλοντος για τους Αρμενίους.

Για τις συναντήσεις της με νέους φοιτητές στους δρόμους του Ερεβάν έγραψε: «Εμπνέει μια ασυνήθιστη αυτοπεποίθηση στον παρατηρητή. Ένα πράσινο βλαστάρι πλάι στο παλιό ζαρωμένο φορτηγό του έθνους, που θα μεγαλώσει, θα αναστηθεί και θα εξασφαλίσει την επιβίωσή μας».

Το 1933, μετά από πρόσκληση της κυβέρνησης της σοβιετικής Αρμενίας, η Γεσαγιάν έφυγε από το Παρίσι οριστικά και εγκαταστάθηκε στο Ερεβάν με τα παιδιά της. Δίδαξε γαλλική λογοτεχνία στο Κρατικό Πανεπιστήμιο του Ερεβάν και συνέχισε να γράφει νέα έργα, ανάμεσά τους και το πιο γνωστό και πολυδιαβασμένο βιβλίο «Οι Κήποι του Σιλιχντάρ», που είναι μνήμες της παιδικής της ηλικίας, με αρκετή μυθοπλασία. Ενώ το βιβλίο αυτό διαβάζεται πολύ στις σχολικές τάξεις σε όλη τη διασπορά, σπάνια γίνεται αναφορά στο ότι το έγραψε, ενόσω ζούσε στην Αρμενία, διότι αυτό το τελευταίο, πολύ σημαντικό κεφάλαιο της ζωής της συχνά αποσιωπάται τελείως.

Στην Αρμενία η Γεσαγιάν τελικά βρήκε τη γωνιά της - ένα μέρος όπου αισθανόταν και είχε ένα δυνατό σκοπό, όπου ταυτίστηκε με τους ανθρώπους και μπόρεσε να δουλέψει με έναν κοινό στόχο. Αντιπαθούσε τις πολιτικές έριδες που δυναμίτιζαν το κοινό καλό των Αρμενίων της διασποράς και αυτός ήταν άλλος ένας λόγος για τον οποίο έχασε την εύνοια πολλών κριτικών της διασποράς. Αλλά η Γεσαγιάν είχε ξεπεράσει τα πολιτικά κόμματα και τη ρητορεία. Την οδηγούσε ένας πιο μεγάλος σκοπός που ήταν συγχρόνως παγκόσμιος και προσωπικός.

Όταν ένας μαθητής της τη ρώτησε πώς μπορούσε να ανεχτεί τις δυσκολίες στο Ερεβάν μετά από τις ανέσεις του Παρισιού, η Γεσαγιάν απάντησε απλά, «Αυτές οι δυσκολίες είναι ανούσιες στα μάτια μου, διότι παίζω ενεργό ρόλο στη οικοδόμηση της χώρας μας. Αυτό απαντά το ερώτημά σου;».

Το 1936-37, κατά τη διάρκεια της μεγάλης κάθαρσης του Στάλιν, πολλοί αρμένιοι ακαδημαϊκοί, συμπεριλαμβανομένων των Γεγισέ Τσαρέντς, Αξέλ Μπακούντς και Βαχάν Τοτοβέντς, συνελήφθησαν, εξορίστηκαν και φονεύθηκαν. Η Γεσαγιάν συνελήφθη, βασανίστηκε και μεταφέρθηκε από τη μια φυλακή στην άλλη. Το τελευταίο της γράμμα εστάλη από το Μπακού. Πέθανε στη φυλακή μάλλον το 1943. Οι ακριβείς συνθήκες του θανάτου της μας είναι άγνωστες.

 


Share
 

Για να εξασφαλίσουμε τη σωστή λειτουργία του ιστότοπου, μερικές φορές τοποθετούμε μικρά αρχεία δεδομένων στον υπολογιστή σας, τα λεγόμενα «cookies». Οι περισσότεροι μεγάλοι ιστότοποι κάνουν το ίδιο. Περισσότερα...

"Δέχομαι"


ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΙΒΛΙΩΝ


διαφήμιση στο αρμενικά

armenian community

Online Επισκέπτες

Έχουμε 76 επισκέπτες συνδεδεμένους