Εκτύπωση E-mail

κραυγη

 

Έγινε Γενοκτονία!

 

Οβανές Γαζαριάν

Οκτώβριος- Δεκέμβριος 2015, τεύχος 87

 

Κάθε φορά που περνάω έξω από το Γυμνάσιο Δάφνης - το «Δάφνη College», όπως το λέγαμε- μου καίγεται η καρδιά. Με κάγκελα πανύψηλα και διπλή σειρά σύρμα θυμίζει φυλακές, ενώ ένα απαίσιο κτήριο σαν τετράγωνο κουτί έχει ξεφυτρώσει κι έχει καταλάβει τη μισή αυλή, εκεί που κάποτε οργανώναμε το πρωτάθλημα ποδοσφαίρου των τάξεων του σχολείου.

Ήταν βράδυ, περασμένες δώδεκα, προπαραμονή Χριστουγέννων και γυρνούσα από έξοδο με τσίπουρα και μεζέδες, οδηγώντας υπό βροχή, ελαφρά μεθυσμένος. Σταμάτησα στο περίπτερο έξω από το Γυμνάσιο να πάρω τσιγάρα· ερημιά και σκοτεινιά παντού. Πήρα το πακέτο, πλήρωσα, κι ενώ κατευθυνόμουν προς το αυτοκίνητο, ρίχνοντας μια ματιά στο κτήριο, είδα να βγαίνει από κάποιες τάξεις ένα παράξενο, φωσφορίζον, υποκίτρινο φως. Κοντοσιμώνω παραξενεμένος, σκέφτομαι μήπως κάνουν κάποια γιορτή οι μαθητές, αλλά τόσο αργά...; Περίεργο... Ανατριχιάζω ελαφρά, κόβω κάπως το βήμα και καθώς πλησιάζω στην πόρτα τη βλέπω ανοιχτή, ενώ στο βάθος δεξιά ο Γιώργης, ο Κρητικός φύλακας, σαν κέρβερος, ψηλός κι εύσωμος, με τις μουστάκες του, με κοιτάζει αγριωπά, όπως τότε.

Μπαίνω μέσα, διασχίζω την αυλή που έχω να την περπατήσω πάνω από τριάντα πέντε χρόνια, κατευθύνομαι προς τις βρύσες, τις γυρισμένες ανάποδα, που πετάνε νερό σαν συντριβάνι, και πίνω λίγο να φύγει η πικρίλα στο στόμα από το αλκοόλ. Με χτυπάει στην πλάτη μια μπάλα του μπάσκετ κι ο Φάνης ο Χριστοδούλου, μια τάξη μικρότερος από μένα, ο καλύτερος μπασκετμπολίστας του σχολείου, μου χαμογελάει και παίρνει τη μπάλα για να συνεχιστεί ο αγώνας Β1-Β6, στα πλαίσια του σχολικού πρωταθλήματος καλαθοσφαίρισης.

Προχωράω προς το κυλικείο, κατεβαίνω τις σκάλες μπροστά του και βγαίνω στην κάτω μικρή αυλή, όπου ο γυμναστής μας, ο Πανουργιάς, με την αιώνια μπλε αθλητική φόρμα με τις δύο λευκές ρίγες στα μανίκια και στο παντελόνι, δίνει τις τελευταίες οδηγίες γύρω από το φιλέ, για να παίξουν το Α3 με το Α4 βόλεϊ. Πίσω του, δίπλα από το κλειστό γυμναστήριο, η μεγάλη σιδερένια πόρτα που οδηγούσε με σκαλιά κάτω, στα παλιά αποδυτήρια του γηπέδου του Φοίβου, τα οποία χρησιμοποιούσαμε σαν καπνιστήριο – πριν κατασκευαστεί το σχολείο, μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1960, ο χώρος ήταν γήπεδο ποδοσφαίρου, όπου έδρευαν ο Φοίβος, η Δόξα κι η Αρμενική.

Κατεβαίνω, γύρω μου στάσιμα νερά, μυρίζει μούχλα, ο Αλαφάκης, ο απουσιολόγος μας, κάτι λέει στον Αλεβιζάτο με το καμένο φρύδι και γελάνε, ο Αμπουζούλοφ με τον Γιαννίτσα μιλάνε για την ΑΕΚ που έχασε προχτές στη Φιλαδέλφεια 1-0 από τον Πιερικό. Ξαφνικά, με την άκρη του ματιού μου, βλέπω τον καλύτερο μου φίλο, τον Αράμ, σε μια γωνιά να καπνίζει. Τον πλησιάζω, έχω να τον δω κοντά τριάντα χρόνια, από εκείνο το απόγευμα που...

Θυμάμαι μια μέρα στην τάξη. Είχαμε μάθημα ιστορίας με τον πιο αντιπαθητικό καθηγητή του σχολείου, τον φιλόλογο Γιάννη Πέτα. Χοντρός, αγέλαστος, καραφλός, με στρογγυλά γυαλιά, αυστηρός και είρων, τον φωνάζαμε «κεφτέ». Μας παρέδιδε το κεφάλαιο από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι το διχασμό του 1916 και την αρχή της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Σε κάποιο σημείο, ο Πέτας αναφέρθηκε στα γεγονότα που συνέβησαν το 1915 στην Ανατολία και στον εκτοπισμό μερικών χιλιάδων Αρμενίων λόγω υποψίας συνεργασίας με τους Ρώσους, οι οποίοι βρίσκονταν σε εμπόλεμη κατάσταση με τους Τούρκους.

Ο Αράμ δίπλα μου πετάχτηκε ξαφνικά όρθιος, λες και τον τίναξε ηλεκτρικό ρεύμα, διακόπτοντας τον Πέτα - κάτι που δεν έκανε ποτέ - λέγοντας: «Δεν ήταν μερικές χιλιάδες, ήταν εκατοντάδες χιλιάδες, κύριε καθηγητά».

Ο Πέτας έκπληκτος σταματάει, γυρνάει προς το θρανίο που καθόμουν εγώ με τον Αράμ και του απαντάει ειρωνικά:

- «Ξέρεις καλύτερα από τον συγγραφέα και εμένα την Ιστορία;»

- «Μάλιστα κύριε καθηγητά, το συγκεκριμένο θέμα το ξέρω καλύτερα».

Όλη η τάξη, κι εγώ μαζί, τον κοιτάμε σχεδόν σοκαρισμένοι, κανείς δεν τόλμαγε να αντιμιλήσει στον Πέτα. Τη στιγμή εκείνη, λυτρωτικά θαρρείς, χτυπάει το κουδούνι για διάλειμμα.

- «Τι κάνεις ρε μαλάκα; Είσαι τρελός, τα βάζεις με τον κεφτέ; Θα σε αφήσει μετεξεταστέο, μπορεί να χάσεις και τη χρονιά», του λέω μόλις βγήκαμε έξω.

- «Και τι; Να τον αφήσω να λέει ό,τι θέλει; Ακόμα κι αν το βιβλίο γράφει κάποια ανακρίβεια, αυτός, ως φιλόλογος και ιστορικός, όφειλε να γνωρίζει την πραγματικότητα και να μας πει το σωστό».

- «Και εσύ πού ξέρεις ποιο είναι το σωστό κι ότι ο συγγραφέας κι ο κεφτές κάνουν λάθος;»

Με κοίταξε με τα λαμπερά, γαλάζια μάτια του λυπημένα.

- «Ο παππούς μου τα έχει ζήσει όλα αυτά, ήταν στον τουρκικό στρατό το 1915. Γλύτωσαν από θαύμα αυτός κι η γιαγιά μου. Μου τα έχει διηγηθεί όλα, με κάθε λεπτομέρεια».

Είχαμε πάρα πολλούς Αρμένιους στην γειτονιά, αλλά τότε, στα τέλη του 1970, δεν ξέραμε πολλές λεπτομέρειες για τη γενοκτονία, τουλάχιστον εμείς, τα μικρά. Το κουδούνι ξαναχτύπησε, είχαμε και δεύτερη ώρα συνεχόμενη με τον Πέτα.

- «Συνεχίζουμε από εκεί που μας διέκοψε ο Γιεσαγιάν. Πραγματοποιήθηκαν εκτοπισμοί μερικών χιλιάδων Αρμενίων την άνοιξη του 1915, στα πλαίσια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και, για να μην στεναχωρήσουμε τον κ. Γιεσαγιάν, να αναφέρουμε ότι κάποιοι από αυτούς πέθαναν από τις κακουχίες κατά τη διάρκεια της πορείας τους προς τους τόπους εξορίας».

Ο Αράμ σηκώνει το χέρι του, ο Πέτας κάνει πως δεν τον βλέπει και συνεχίζει την παράδοση περνώντας στο επόμενο κεφάλαιο.

- «Ενάμιση εκατομμύριο ήταν οι Αρμένιοι που πέθαναν κατά τη διάρκεια των εκτοπίσεων, όπως λέτε, κύριε καθηγητά», φωνάζει ο Αράμ. Ο Πέτας κλείνει το βιβλίο και, κρατώντας το, έρχεται αναψοκοκκινισμένος προς το θρανίο μας.

- «Αρκετά σε ανέχτηκα, άλλη μια κουβέντα και σε πετάω έξω από την τάξη!»

- «Ενάμιση εκατομμύριο άνθρωποι δολοφονήθηκαν, έγινε Γενοκτονία».

- «Ποια γενοκτονία βρε βλάκα, που μου έμαθες και τη λέξη γενοκτονία, ποιος σου τα είπε αυτά;»

- «Ο παππούς μου, που τα έζησε».

- «Τότε να του δώσουμε να γράψει το βιβλίο αυτός και να τον φέρεις να διδάξει εδώ αντί για μένα!»

- «Να είσαι βέβαιος ότι θα τα πει πολύ πιο σωστά από σένα!»

Ο Πέτας, κατακόκκινος, τα μάτια του έτοιμα να πεταχτούν έξω και πάνω από τα γυαλιά, ούρλιαξε:

- «Βγες έξω και να πας στον Λυκειάρχη!!!»

- «Εσύ μας έλεγες ότι η ημιμάθεια είναι χειρότερη από την αμάθεια!», του πέταξε ο Αράμ.

- «Τι εννοείς ρε κωλόπαιδο;», φώναξε ο Πέτας, λούζοντάς μας με βροχή από σάλια, καθώς είχε φέρει το πρόσωπό του σε απόσταση αναπνοής από το δικό μας.

- «Εννοώ ότι είσαι άσχετος με το θέμα και παραποιείς την Ιστορία. Έγινε Γενοκτονία με ενάμιση εκατομμύριο θύματα, κι όχι απλά εκτοπίσεις, όχι απλά εξορίες με κάποιους νεκρούς», του απάντησε ο Αράμ αναψοκοκκινισμένος, με τις φλέβες στο λαιμό του φουσκωμένες, έτοιμες να εκραγούν από οργή και αγανάκτηση. Όλη η τάξη έχει μείνει αποσβολωμένη, δεν πιστεύαμε στα μάτια και τα αυτιά μας. Εκείνη τη στιγμή, ο Πέτας, εκτός εαυτού πλέον, σηκώνει το χέρι του που κρατάει το βιβλίο και το κατεβάζει στο κεφάλι του φίλου μου, εγώ ενστικτωδώς σηκώνομαι, του πιάνω τα χέρια και τον σπρώχνω με όλη μου τη δύναμη προς τα πίσω. Αυτός παραπατάει, πέφτει στο απέναντι θρανίο, με το βάρος του παρασύρει τον Βελοτά και τον Γαβαλά, που μαζί με το θρανίο και τις καρέκλες δημιουργούν ένα περίεργο σύμπλεγμα.

Στην τάξη επικρατεί κομφούζιο, άλλοι γελάνε βλέποντάς τους πεσμένους κάτω να έχουν μπλεχτεί μεταξύ τους κι άλλοι, τρομοκρατημένοι, έχουν παγώσει στη θέση τους.

Εγώ βγαίνω έξω από την τάξη κι ανασαίνω τον καθαρό αέρα.

Προχωράω προς την εξώπορτα, κοιτάζω απέναντι και βλέπω τον Αράμ με τον ξάδελφό του και γείτονά μου, Οννίκ, πάνω στο παπάκι, στο μέσον της ασφάλτου του βρεγμένου δρόμου, να γλιστράνε, και το λεωφορείο της γραμμής 218 Πειραιάς - Υμηττός, που έρχεται από απέναντι, να τους παρασύρει. Πίσω στο προαύλιο, ο Ζήβας ο Λυκειάρχης, μπροστά σε όλους τους μαθητές, ανακοινώνει πενθήμερη αποβολή στον Αράμ και σε μένα.

Share
 

Για να εξασφαλίσουμε τη σωστή λειτουργία του ιστότοπου, μερικές φορές τοποθετούμε μικρά αρχεία δεδομένων στον υπολογιστή σας, τα λεγόμενα «cookies». Οι περισσότεροι μεγάλοι ιστότοποι κάνουν το ίδιο. Περισσότερα...

"Δέχομαι"


ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΙΒΛΙΩΝ


διαφήμιση στο αρμενικά

armenian community

Online Επισκέπτες

Έχουμε 60 επισκέπτες συνδεδεμένους