...μην κρυώσει το παιδί Εκτύπωση E-mail

Μετάφραση: Κουήν Μινασιάν

Αρμενικά Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2013 τεύχος 79

Στις σε­λί­δες αυ­τές δί­νου­με χώ­ρο στη σύγ­χρο­νη αρ­με­νι­κή λο­γο­τε­χνί­α και πα­ρου­σιά­ζου­με μι­κρά δι­η­γή­μα­τα ή α­πο­σπά­σμα­τα με­τα­φρα­σμέ­να στα ελ­λη­νι­κά. Σ’ αυ­τό το τεύχος πα­ρου­σιά­ζου­με α­κό­μη μια ι­στο­ρί­α α­πό την συλ­λο­γή δι­η­γη­μάτων του Πα­κράτ Ε­στου­κιάν “Ξε­νι­τε­μέ­να τρα­γού­δια”, εκ­δό­σεις Α­ράς, Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, α’ έκ­δο­ση Φε­βρουά­ριος 2013.

“Ε­δώ, σ’ αυ­τό το υ­ψί­πε­δο, μιαν α­πο­μο­νω­μέ­νη νη­σί­δα μέ­σα στα ψη­λά βου­νά, χειμώ­νας ση­μαί­νει λευ­κό, χει­μώ­νας ση­μαί­νει δρι­μύ πο­λι­κό ψύ­χος, α­να­τρι­χί­λα. Η ι­στο­ρί­α κι η γε­ω­γρα­φί­α έ­τσι το πε­ρι­γρά­φουν α­πό πα­λιά. Ό­μως τα τε­λευ­ταί­α εβδο­μή­ντα χρό­νια οι άν­θρω­ποι ξέ­χα­σαν αυ­τό το γε­γο­νός. Εί­χαν α­ντι­με­τω­πί­σει πολ­λές α­ντι­ξο­ό­τη­τες, εν τού­τοις χρό­νο με το χρό­νο το βιο­τι­κό τους ε­πί­πεδο βελ­τιώ­θη­κε τό­σο, που με ευ­χα­ρί­στη­ση πλέ­ον κοι­τού­σαν τη θέ­α του χιο­νιά μέ­σα α­πό τα πα­ρά­θυ­ρα του ζε­στού τους σπι­τιού. Την πρω­τεύ­ου­σά μας Eρε­βάν την α­πο­κα­λού­σαν πό­λη του φω­τός. Ξέ­ρω, τα λό­για μου η­χούν α­πί­στευ­τα σ’ ε­σάς τους ε­φή­με­ρους ε­πι­σκέ­πτες. Ε­σείς, δυ­στυ­χώς, εί­στε μάρ­τυ­ρες στα πέ­τρι­να χρό­νια μας. Ό­μως κά­πο­τε ή­ταν η πό­λη του φω­τός ε­δώ. Έ­νας ο­λό­κλη­ρος λα­ός μέ­ρα με τη μέ­ρα χαιρό­ταν ό­λο και πε­ρισ­σό­τε­ρο που εί­ναι πο­λί­τες αυ­τής της χώ­ρας. Στη με­γά­λη αυ­τή πλα­τεί­α, ό­που βρί­σκε­ται και το ξε­νο­δο­χεί­ο σας, κά­θε νύχτα ο κό­σμος ξε­φά­ντω­νε με τις χαρ­μό­συ­νες μου­σι­κές, τα πο­λύ­χρω­μα φώ­τα και τον συ­ντο­νι­σμέ­νο με αυ­τά χο­ρό των σι­ντρι­βα­νιών. Οι άν­θρω­ποι έ­κα­ναν τον περί­πα­τό τους ε­δώ, συ­ζη­τού­σαν, έ­πι­ναν τον κα­φέ τους κι έ­τρω­γαν α­γνό, α­νό­θευτο πα­γω­τό, που μο­σχο­βο­λού­σε γά­λα. Τώ­ρα δεν θέ­λου­με ού­τε και την α­νά­μνη­ση αυτού του πα­γω­τού, α­φού και το ψω­μί πια εί­ναι πα­γω­τό, η ζε­στή σού­πα εί­ναι παγω­τό, το πό­σι­μο νε­ρό πα­γω­τό, κά­θε κτή­ριο, κά­θε φούρ­νος, ό­λα ψυ­γεί­ο. Ο πο­λι­τισμέ­νος μας λα­ός ντρέ­πε­ται πια για την κα­τά­ντιά του. Σή­με­ρα τα μέ­σα με­τα­φοράς δεν λει­τουρ­γούν στις φαρ­διές λε­ω­φό­ρους της πό­λης μας, τα ερ­γο­στά­σια δεν εί­ναι με­λίσ­σια ό­πως κά­πο­τε και τα σχο­λεί­α έ­ρη­μα πια α­πό μα­θη­τές. Δεν βλέ­πεις ού­τε δια­βά­τες πια στους δρό­μους. Μό­νον για σο­βα­ρούς λό­γους βγαί­νει κα­νείς α­πό το σπί­τι του. Έ­τσι κι ο ή­ρω­ας αυ­τής της ι­στο­ρί­ας. Πα­ρό­τι τον γνωρί­ζω κα­λά, θα αρ­κε­στώ να σας πε­ρι­γρά­ψω με­ρι­κές μό­νον ώ­ρες α­πό τη ζω­ή του”.

Ο ξε­να­γός σώ­πα­σε για λί­γο, κοί­τα­ξε τρι­γύ­ρω. Στο γκρουπ των ε­πι­σκε­πτών, που εί­χαν έρ­θει α­πό διά­φο­ρες χώ­ρες, συμ­με­τεί­χε κι έ­να ζευ­γά­ρι δά­σκα­λοι α­πό τη μα­κρι­νή Βε­νε­ζουέ­λα. Πε­ρί­με­ναν ό­λοι τον ο­δη­γό του πούλ­μαν στον χώ­ρο υπο­δο­χής του ξε­νο­δο­χεί­ου. Ο βο­η­θός του ή­ταν ή­δη ε­κεί. “Πή­γαι­νε ζή­τα πο­τή­ρια α­πό τους σερ­βι­τό­ρους! Έ­χω φέ­ρει τρεις μπο­τί­λιες κο­νιάκ α­πό το σπί­τι, να πιού­με, για να αρ­χί­σει κα­λά η μέ­ρα μας”, εί­πε ο ξε­να­γός και συ­νέ­χι­σε. “Σας μι­λώ για τον Αμ­λέτ Μι­κιρ­δι­τσιάν, τον υ­πεύ­θυ­νο η­λε­κτρο­λό­γο μη­χα­νι­κό δι­κτύ­ου δια­νο­μής ρεύ­μα­τος. Μη γε­λά­τε πα­ρα­κα­λώ, για μας εί­ναι πια φυ­σι­κό και κα­νείς δεν πα­ρε­ξη­γεί ό­ποιον φο­ρά τη μα­τσόν­κα της γυ­ναί­κας του. Αν δεν ή­ταν ό­λα τό­σο πρω­το­φα­νή, αν το κρύ­ο του Φλε­βά­ρη δεν ή­ταν τό­σο τρο­με­ρό, τό­τε κι ε­σείς δεν θα βλέ­πα­τε έ­να πα­λι­κά­ρι σαν τον Αμ­λέτ με γυ­ναι­κεί­α ρού­χα. Μη γε­λά­τε ού­τε με την περ­πα­τη­σιά του. Συ­νη­θί­σα­με πια στο βα­ρύ­γδου­πο βη­μα­τισμό. Εί­ναι κου­ρα­στι­κό, αλ­λά κα­λύ­τε­ρο α­πό το να πα­γώ­νουν τα πό­δια. Ε­κεί­νος περ­πα­τά­ει δυο ώ­ρες τώ­ρα, α­πό τον βό­ρειο το­μέ­α προς το κέ­ντρο της πό­λης, προς το κρα­τι­κό νο­σο­κο­μεί­ο. Η γυ­ναί­κα του, η Κα­για­νέ, γέν­νη­σε α­γο­ρά­κι πριν δυο μέ­ρες. Έρ­χε­ται να πά­ρει στο σπί­τι τη μά­να με το νε­ο­γέν­νη­το. Ο Ζι­ρίκ, ο ξά­δερφός του, θα ε­ξα­σφά­λι­ζε λί­γη βεν­ζί­νη για να φτά­σουν με το α­μά­ξι ως το σπί­τι, να μην κρυώ­σει το μω­ρό.

Έ­φτα­σε ε­ξα­ντλη­μέ­νος στο νο­σο­κο­μεί­ο. Έ­κα­τσε για λί­γο στην εί­σο­δο, έ­βγα­λε τα πα­γω­μέ­να α­πό το χιό­νι πα­πού­τσια, τις βρε­μέ­νες του κάλ­τσες και βάλ­θη­κε να τρί­βει τα πό­δια του, για να τα ζε­στά­νει. Ό­ταν συ­νήλ­θε, έ­βγα­λε α­πό την τσέπη του έ­να ζευ­γά­ρι κα­θα­ρές κάλ­τσες και τις φό­ρε­σε. Με βια­στι­κές κι­νή­σεις πή­ρε τα πα­πού­τσια στα χέ­ρια και α­νέ­βη­κε προς το δω­μά­τιο της Κα­για­νέ. Κα­νείς δεν τον εί­χε ε­μπο­δί­σει ως ε­κεί, πράγ­μα α­φύ­σι­κο, α­φού δεν ε­πι­τρέ­πε­ται κάτι τέ­τοιο. Με την ί­δια ά­νε­ση μπή­κε στο δω­μά­τιό της. Α­μέ­σως α­ντι­λή­φθη­κε πως δί­πλα α­πό τη γυ­ναί­κα του έ­λει­πε το κρε­βα­τά­κι που εί­χαν οι άλ­λες λε­χώ­νες στο πλά­ι τους. Το βλέμ­μα του συ­να­ντή­θη­κε με της Κα­για­νέ. Τα μά­τια της ή­ταν βουρ­κω­μέ­να. Τον έ­ζω­σαν τα φί­δια, οι κα­κές σκέ­ψεις. Α­πό τα μά­τια του σαν σπίθες ξε­πη­δού­σαν τα ε­ρω­τη­μα­τι­κά, η α­πελ­πι­σί­α.

-Πέ­θα­νε..., α­κού­στη­κε η κραυ­γή της Κα­για­νέ. Πέ­θα­νε το λε­χού­δι μου, Αμ­λέτ τζαν, πέ­θα­νε ο Αρ­μέν μου, δεν ά­ντε­ξε στην πα­γω­νιά, πέ­θα­νε το μω­ρό μου, Αμ­λέτ, πέ­θανε... Και οι λέ­ξεις πνί­γη­καν μέ­σα στα α­να­φι­λη­τά.

Ο Αμ­λέτ θέ­λη­σε να α­γκα­λιά­σει τη γυ­ναί­κα του, να την πα­ρη­γο­ρή­σει, μα ε­κείνη εί­χε πέ­σει ή­δη σε λή­θαρ­γο. Μια μαί­α μπή­κε τό­τε στο θά­λα­μο και του εί­πε πως της κά­νουν συ­χνά η­ρε­μι­στι­κές ε­νέ­σεις, έ­τσι ε­ξη­γεί­ται ο ξαφ­νι­κός ύ­πνος. Και πρό­σθε­σε:

-Μεί­νε­τε ή­συ­χος για ε­κεί­νην. Ε­σείς πη­γαί­νε­τε κα­λύ­τε­ρα στο διευ­θυ­ντή.

Ο για­τρός ε­ξέ­φρα­σε τα συλ­λυ­πη­τή­ριά του. Ύ­στε­ρα ο­μο­λό­γη­σε πως μέ­σα σε μια βδο­μά­δα αυ­τό ή­ταν το ό­γδο­ο νε­ο­γέν­νη­το που α­πε­βί­ω­σε λό­γω της πα­γω­νιάς. Πρό­τει­νε η μά­να να μεί­νει για δυο α­κό­μη η­μέ­ρες στο μαιευ­τή­ριο, να ο­λο­κλη­ρώσουν τη θε­ρα­πεί­α της πριν πά­ει σπί­τι.

Α­κα­τά­λη­πτες ή­ταν οι λέ­ξεις που βγή­καν ως α­πά­ντη­ση α­πό τα χεί­λη του Αμ­λέτ, λέ­ξεις που α­κό­μη και για τον ί­διο ή­ταν α­συ­νάρ­τη­τες. Ή­ταν τό­σο σα­στι­σμέ­νος, που κρα­τού­σε α­κό­μη στα χέ­ρια του τα πα­πού­τσια του. Τα φό­ρε­σε και κα­τευ­θύνθη­κε προς την έ­ξο­δο. Μα ξάφ­νου γύ­ρι­σε πί­σω. Εί­χε θυ­μη­θεί το βε­λά­κι στον τοί­χο, πλά­ι στη στε­νή σκά­λα, που έ­γρα­φε Νε­κρο­το­μεί­ο. Ή­ταν η πρώτη φο­ρά που έ­μπαι­νε σ’ αυ­τόν το το­μέ­α. Το φα­ντα­ζό­ταν και ή­ταν λευ­κό και κρύο. Κι ε­δώ δεν υ­πήρ­χε κά­ποιος υ­πάλ­λη­λος να τον ε­μπο­δί­σει να μπει. Έ­σπρω­ξε τη βα­ριά με­ταλ­λι­κή πόρ­τα και μπή­κε. Στον πα­γω­μέ­νο θά­λα­μο, πά­νω στη μαρ­μά­ρινη ε­πι­φά­νεια κεί­το­νταν έ­ξι κορ­μιά τυ­λιγ­μέ­να σε λευ­κά σά­βα­να, τα δυο πο­λύ μι­κρά. Τα πό­δια τους ή­ταν ξε­σκέ­πα­στα και α­πό το με­γά­λο δά­χτυ­λο κρε­μό­ταν μια καρ­τέ­λα. Βρή­κε αυ­τό που έ­γρα­φε το ό­νο­μα της συ­ζύ­γου του.

Ο Αμ­λέτ βγή­κε βια­στι­κά α­πό το νο­σο­κο­μεί­ο κρα­τώ­ντας στην α­γκα­λιά του το πα­γω­μέ­νο κορ­μά­κι του Αρ­μέν. Μες τη σα­στι­μά­ρα του α­να­ρω­τιό­ταν προς τα πού να πά­ει. Κι ο Ζι­ρίκ δεν εί­χε φα­νεί, φαί­νε­ται δεν βρή­κε βεν­ζί­νη, α­να­λο­γί­στηκε. Σπί­τι του δεν μπο­ρού­σε να πά­ει. Έ­νιω­σε το ψύ­χος στο πρό­σω­πό του. Μην κρυώσει το παι­δί. Μην κρυώ­σει το παι­δί. Μην κρυώ­σει το παι­δί. Ό­σες φο­ρές τον εί­χαν συμ­βου­λέ­ψει -η μά­να του, ο πα­τέ­ρας του, η α­δερ­φή του, η γυ­ναί­κα του Ζι­ρίκ- άλ­λες τό­σες έ­λε­γε τώ­ρα και ξα­νά­λε­γε: μη κρυώ­σει το παι­δί... Έ­βγα­λε τη μα­τσόν­κα και κά­λυ­ψε το κρύ­ο κορ­μί του Αρ­μέν.

Περ­πα­τού­σε στους έ­ρη­μους δρό­μους της πό­λης, μα δεν ή­ξε­ρε που πη­γαί­νει. Δεν έ­δι­νε προ­σο­χή σε κα­νέ­ναν τρι­γύ­ρω, ού­τε υ­πήρ­χε κα­νείς για να α­σχο­λη­θεί μα­ζί του. Έ­τσι σαν χα­μέ­νος έ­φτα­σε στο ύ­ψω­μα. Το ή­ξε­ρε κα­λά αυ­τό το μέ­ρος. Ερ­χό­ταν συ­χνά στο λό­φο. Ε­δώ εί­χαν πά­ρει σάρ­κα και ο­στά οι λα­χτά­ρες του λα­ού του. Με τη φλό­γα που έ­και­γε ε­δώ, έ­με­νε α­θά­να­τη η μνή­μη των ε­κα­τομ­μυ­ρί­ων θυ­μάτων. Μια με­λω­δί­α έ­βγαι­νε θαρ­ρείς α­πό τη γη. Ντερ Βο­γορ­μιά. Έ­κα­νε με­ρι­κές φο­ρές τον γύ­ρω του μνη­μεί­ου και στά­θη­κε μπρο­στά στις δύ­ο στή­λες, μια με­γάλη και μια μι­κρή, σύμ­βο­λα του ιε­ρού δί­κορ­φου βου­νού της χώ­ρας του.

Δυο βή­μα­τα α­πό κει που στε­κό­ταν εί­χε χώ­μα. Ή­ταν κα­τάλ­λη­λο το μέ­ρος. Δεν θα το πα­τή­σουν ε­δώ, σκέ­φτη­κε. Α­πέ­θε­σε κά­τω το κορ­μά­κι με προ­σο­χή και βάλ­θη­κε να σκά­βει στο χιό­νι. Έ­σκα­βε, μα α­ντί για χιό­νι έ­βρι­σκε πά­γο. Δυ­σκο­λευό­ταν, εί­χε ι­δρώ­σει. Έ­βγα­λε το πα­νω­φό­ρι του και συ­νέ­χι­σε να σκά­βει. Έ­πια­σε χώ­μα μα κι αυ­τό πα­γω­μέ­νο. Κο­ντο­στά­θη­κε, σκού­πι­σε τον ι­δρώ­τα του, κοί­τα­ξε τρι­γύρω, μή­πως βρει κά­τι να σκά­ψει πιο εύ­κο­λα. Έ­να κομ­μά­τι βρά­χου τον διευ­κό­λυ­νε κά­πως, αλ­λά και πά­λι, ό­λα ή­ταν πά­γος. Ό­σο έ­σκα­βε, τό­σο α­φαι­ρού­σε ρού­χα α­πό πά­νω του. Ό­ταν έ­φτα­σε αρ­κε­τά βα­θιά, εί­χε μεί­νει πια γυ­μνός α­πό την μέ­ση και πά­νω. Ή­ταν ε­ντε­λώς α­πο­κα­μω­μέ­νος, βα­ρια­νά­σαι­νε, εί­χε α­νά­γκη α­πό α­έ­ρα, του φαι­νό­ταν λι­γο­στό το ο­ξυ­γό­νο που έ­μπαι­νε στα πνευ­μό­νια του. Ή­θε­λε έ­να τσιγά­ρο. Έ­βγα­λε α­πό το πε­τα­μέ­νο παλ­τό το πα­κέ­το με τα σπίρ­τα. Ά­να­ψε. Με μια ρουφη­ξιά έ­κα­ψε το τσι­γά­ρο ί­σα­με τη μέ­ση. Πλη­σί­α­σε στο κορ­μά­κι, το ξε­τύ­λι­ξε προσε­κτι­κά και εί­δε για πρώ­τη φο­ρά το πρό­σω­πο του γιου του. Τα μα­τά­κια κλει­στά, το πρό­σω­πο χλωμό, τα μαλ­λιά του μαύ­ρα. Κά­πνι­σε άλ­λα τέσ­σε­ρα τσι­γά­ρα, τα ρού­φα­γε το έ­να πί­σω α­πό το άλ­λο. Το βλέμ­μα του ή­ταν καρ­φω­μέ­νο στο πα­γω­μέ­νο πρό­σω­πο του Αρ­μέν. Ήρ­θαν στη μνή­μη του ξα­νά τα γε­γο­νό­τα των τε­λευ­ταί­ων μηνών.

Αυ­τό ή­ταν το πρώ­το τους παι­δί. Με την ε­πι­βε­βαίω­ση της ε­γκυ­μο­σύ­νης της η Καγια­νέ δεν εί­χε την υ­πο­μο­νή να πε­ρι­μέ­νει τον Αμ­λέτ να γυ­ρί­σει α­πό τη δουλειά. Γε­μά­τη εν­θου­σια­σμό εί­χε τη­λε­φω­νή­σει στο ερ­γο­στά­σιο η­λε­κτρι­σμού. Όσο μα­ζε­μέ­νος κι αν ή­ταν στις εκ­φρά­σεις του, ο διευ­θυ­ντής τα εί­χε κα­τα­λά­βει ό­λα και εί­χε α­νοί­ξει έ­να μπου­κά­λι κο­νιάκ για να ευ­χη­θούν ό­λοι μα­ζί τον ερχο­μό του Αρ­μέν. Η χα­ρά εί­χε συ­νε­χι­στεί και στο σπί­τι ως αρ­γά ε­κεί­νο το βράδυ. Ο πα­τέ­ρας του Αμ­λέτ εί­χε α­νοί­ξει την έξ­πορ­τ βότ­κα, που την φύ­λα­γε για ιδιαί­τε­ρες πε­ρι­στά­σεις. Οι ει­κό­νες ξε­πη­δού­σαν α­πό τη μνή­μη του σαν κι­νη­ματο­γρα­φι­κή ται­νί­α. Μη μας πά­ρει η νύ­χτα, σκέ­φτη­κε. Στορ­γι­κά σκέ­πα­σε το προσω­πά­κι του παι­διού του και με προ­σο­χή το α­πέ­θε­σε στη γη.

-Έ­να α­κό­μη θύ­μα κι ε­σύ, α­γό­ρι μου Αρ­μέν, ψι­θύ­ρι­σε. Με τις χού­φτες του τον σκέπα­σε με χώ­μα, χώ­μα με δά­κρυα. Πολ­λά ή­ταν τα θύ­μα­τα ε­κεί­νων των η­με­ρών. Το μερτι­κό των Μι­κιρ­δι­τσιάν εί­χε πέ­σει στο νε­ο­γέν­νη­το Αρ­μέν.

Εί­χε θά­ψει πια το παι­δί. Στη λευ­κή, χιο­νι­σμέ­νη έ­κτα­ση ξε­χώ­ρι­ζε τώ­ρα έ­νας σκού­ρος σω­ρός με χώ­μα. Κα­νο­νι­κά δεν θα ε­πέ­τρε­παν να θα­φτεί κα­νείς ε­δώ. “Μόνον ε­γώ θα το ξέ­ρω, ού­τε στην Κα­για­νέ δεν θα το πω”, σκέ­φτη­κε και στά­θη­κε. Σαν κά­τι να τον ε­μπό­δι­ζε να α­πο­μα­κρυν­θεί α­πό κει, λες και εί­χε α­φή­σει κά­τι ατε­λές, μι­σο­τε­λειω­μέ­νο. Ναι... βέ­βαια, ή­ταν η α­νά­γκη για μια προ­σευ­χή! Δεν γι­νόταν να φύ­γει δί­χως την ευ­λο­γί­α μιας προ­σευ­χής. Ο Αμ­λέτ πα­νι­κο­βλή­θη­κε μ’ αυτήν τη σκέ­ψη, ε­κεί­νος δεν ή­ξε­ρε απ’ αυ­τά. Ό­μως ό­χι, α­δύ­να­τον, έ­πρε­πε να δια­βαστεί μια προ­σευ­χή για το παι­δί!

Έ­ρι­ξε μια μα­τιά γύ­ρω του. Δεν ή­ταν κα­τοι­κη­μέ­νη η πε­ριο­χή. Ψυ­χή δεν υ­πήρ­χε, μό­νο το ε­πι­βλη­τι­κό μέ­γα­ρο λί­γο πα­ρα­πέ­ρα. Κά­ποιος θα υ­πάρ­χει σκέ­φτη­κε και έ­τρε­ξε κει. Το μέ­γα­ρο έ­δει­χνε ά­δειο, ό­πως και η πό­λη, κά­τω. Χτύ­πη­σε τα τζά­μια, βρό­ντη­ξε τις πόρ­τες, μή­πως κά­ποιος α­πό μέ­σα α­κού­σει τις κραυ­γές του. Έ­κανε τον γύ­ρω του κτι­ρί­ου, εί­χε α­πελ­πι­στεί ό­ταν ξαφ­νι­κά κά­που πί­σω του ά­κουσε έ­ναν ή­χο, σαν ξε­κλεί­δω­μα πόρ­τας. Ή­ταν έ­νας γέ­ρος φύ­λα­κας.

-Εί­ναι κλει­στά, τι θες άν­θρω­πέ μου; εί­πε κι ά­φη­σε μι­σή τη φρά­ση του. Εί­χε σαστί­σει με την ό­ψη του Αμ­λέτ, μι­σό­γυ­μνο και λα­σπω­μέ­νο. Κο­ντο­στά­θη­κε, να δει τι θέ­λει.

-Ξέ­ρεις να προ­σεύ­χε­σαι; ρώ­τη­σε ο Άμ­λετ.

Ο γέ­ρο­ντας τα ’χα­σε. Αυ­τός α­ντί­κρυ του ή­ταν αλ­λό­κο­τος, αλ­λά δεν φαι­νό­ταν τρε­λός. Ή­ταν φα­νε­ρό πως κά­τι πα­ρά­δο­ξο και τρο­με­ρό του εί­χε συμ­βεί.

-Μα τι στην ευ­χή, τι προ­σευ­χή; ψέλ­λι­σε. Ναι, ξέ­ρω, α­πά­ντη­σε τε­λι­κά.

Ο Αμ­λέτ άρ­πα­ξε τον γέ­ρο­ντα α­πό το χέ­ρι και τον ο­δή­γη­σε προς το μνη­μεί­ο της γε­νο­κτο­νί­ας, μπρο­στά στο μνή­μα του γιου του.

-Σε πα­ρα­κα­λώ πα­τέ­ρα, πες μια προ­σευ­χή, να συγ­χω­ρε­θούν τα πε­θα­μέ­να σου, εί­πε ο Αμ­λέτ.

Ο γέ­ρο­ντας σταυ­ρο­κο­πή­θη­κε, ά­νοι­ξε τα χέ­ρια προς τον ου­ρα­νό και άρ­χι­σε να λέ­ει με φω­νή δυ­να­τή τη μό­νη προ­σευ­χή που ή­ξε­ρε.

-Χά­ιρ μερ... Πά­τερ η­μών, ο εν τοις ου­ρα­νοίς...

Ο Αμ­λέτ στά­θη­κε ό­πως κι ο φύ­λα­κας. Έ­νας νέ­ος κι έ­νας γέ­ρος, ο έ­νας μι­σό­γυ­μνος, ο άλ­λος ντυ­μέ­νος βα­ριά. Εί­ναι η στιγ­μή που στο γε­μά­το μη­νύ­μα­τα ύ­ψω­μα, πά­νω α­πό τη μι­κρή σω­ρό του Αρ­μέν, α­πλώ­νε­ται στον α­έ­ρα ο γο­ε­ρός θρή­νος δύο ανθρώ­πων.

-...αλ­λά ρή­σε η­μάς α­πό του πο­νη­ρού.

Ευ­χα­ρί­στη­σε τον γέ­ρο­ντα. Τώ­ρα πια ή­ταν ή­συ­χος. Με­τά α­πό τό­σες ώ­ρες, μό­λις τώ­ρα έ­νιω­θε το κρύ­ο. Φό­ρε­σε τα ρού­χα του, έ­ρι­ξε μια τε­λευ­ταί­α μα­τιά πί­σω του και α­να­λο­γί­στη­κε πως ε­δώ και δε­κα­ε­φτά μέ­ρες δεν έ­χει πά­ει στο ερ­γο­στά­σιο. Δεν έ­χου­με ρεύ­μα, δεν λει­τουρ­γεί τί­πο­τε, ό­μως πρέ­πει να λα­δώ­σω τα γρα­νάζια, να εί­ναι έ­τοι­μα για δου­λειά, σκέ­φτη­κε. Και κα­τευ­θύν­θη­κε προς την ζω­ή.

Ο ξε­να­γός εί­χε ή­δη α­ντι­λη­φθεί πως ο ο­δη­γός εί­χε έρ­θει κι εί­χε βά­λει μπρος το πούλ­μαν δια­κρι­τι­κά. Δεν θέ­λη­σε να δια­κό­ψει.

“Α­γα­πη­τοί ε­πι­σκέ­πτες, αυ­τό το γε­γο­νός συ­νέ­βη πέρ­σι τον Φλε­βά­ρη(1993). Κι α­πό τότε, κά­θε φο­ρά που ε­πι­σκέ­πτο­μαι το λό­φο, ε­κεί­νος ο μι­κρός σω­ρός χώ­μα εί­ναι γε­μά­τος λου­λού­δια. Για τον κό­σμο μας το μι­κρό ε­κεί­νο μνή­μα εί­ναι το σύμ­βολο για τα βά­σα­να του σή­με­ρα. Το πρό­γραμ­μά μας προ­βλέ­πει ε­πί­σκε­ψη στο ύ­ψωμα, στο Μνη­μεί­ο των Θυ­μά­των της Γε­νο­κτο­νί­ας. Σας προ­τρέ­πω να φέ­ρε­τε κι ε­σείς λου­λού­δια”.

Το γκρουπ α­πο­τε­λεί­το α­πό συ­μπα­τριώ­τες της δια­σπο­ράς, που εί­χαν έρ­θει α­πό διά­φο­ρα μέ­ρη για να ε­πι­σκε­φτούν την πα­τρί­δα. Η μο­να­δι­κή ξέ­νη, ή­ταν μια δεκα­πε­ντά­χρο­νη με­λαμ­ψή Γαλ­λί­δα, η Ι­ζα­μπέλ Μπου­λαν­ζέν.

-Κύ­ριε ξε­να­γέ, εί­πε χα­μο­γε­λώ­ντας πα­ρά τη συ­γκί­νη­ση. Εί­πα­τε πως γνω­ρί­ζα­τε τον Αμ­λέτ Μι­κιρ­δι­τσιάν. Τι κά­νει ε­κεί­νος τώ­ρα;

-Ε­μείς χθες ε­πι­σκε­φτή­κα­με το με­τρό της πό­λης μας. Οι γεν­νή­τριες που χρη­σιμο­ποιού­νται ε­κεί εί­ναι δι­κής του ε­πι­νό­η­σης και τώ­ρα ο Αμ­λέτ α­σχο­λεί­ται με την κα­τα­σκευ­ή η­λε­κτρο­γεν­νη­τριών.

Ο ο­δη­γός εί­χε πα­ρα­κο­λου­θή­σει το τε­λευ­ταί­ο μέ­ρος της α­φή­γη­σης α­πό το κα­τώφλι της πόρ­τας του ξε­νο­δο­χεί­ου. Ζύ­γω­σε στην ο­μά­δα και πρό­τει­νε την τε­λευταί­α γου­λιά κο­νιάκ να την πιουν στην υ­γειά των Α­γω­νι­στών της Ζω­ής.

Share
 

Για να εξασφαλίσουμε τη σωστή λειτουργία του ιστότοπου, μερικές φορές τοποθετούμε μικρά αρχεία δεδομένων στον υπολογιστή σας, τα λεγόμενα «cookies». Οι περισσότεροι μεγάλοι ιστότοποι κάνουν το ίδιο. Περισσότερα...

"Δέχομαι"


ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΙΒΛΙΩΝ


διαφήμιση στο αρμενικά

armenian community

Online Επισκέπτες

Έχουμε 15 επισκέπτες συνδεδεμένους