Τιγκράν Β΄ ο Bασιλειάς των Βασιλέων Εκτύπωση E-mail

Πηγή: Έρνα Ρεβάζοβα Περιοδικό EREVAN

Μετάφραση: Αγκόπ Χανικιάν

Τεύχος: Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2009

 

Στα χρόνια της βασιλείας του Τιγκράν Β΄ η Αρμενία επεκτάθηκε όσο ποτέ άλλοτε. Ο μεγάλος αρμένιος βασιλιάς με την ευφυΐα και τη στρατηγική του μεταμόρφωσε την πατρίδα του σε ένα ισχυρό κράτος, το οποίο απείλησε .ως ένα βαθμό την παντοδύναμη Ρώμη.

 

 

Η τύχη πάντα βοηθά

Ο αιχμάλωτος στάθηκε μπροστά στο παράθυρο και κοίταξε σιωπηλά προς τον ορίζοντα συνοφρυωμένος. Δεν ήταν ο εγκλεισμός στη φυλακή που απασχολούσε τον διάδοχο του θρόνου της Αρμενίας. Άλλωστε, ήταν αιχμάλωτος αρκετά χρόνια τώρα. Μετά την κατάκτηση των Μήδων και των Βαβυλωνίων, η Παρθία συχνά εισέβαλλε στην αρμενική επικράτεια. Αδυνατώντας όμως να υποτάξει την Αρμενία, στράφηκε σε δόλια τεχνάσματα, όπως η αιχμαλωσία του ανιψιού του βασιλιά Αρταβάστ, με σκοπό να ασκήσει πολιτική πίεση.

Καθώς στεκόταν στο παράθυρο, ο Τιγκράν πληροφορήθηκε το θάνατο του βασιλιά Αρταβάστ από αγγελιαφόρο, που μόλις είχε φτάσει από την Αρμενία. Τα νέα αυτά μονομιάς άλλαξαν τη θέση του Τιγκράν: από αιχμάλωτος γινόταν βασιλιάς της Μεγάλης Αρμενίας. Και βέβαια, η Παρθία απαίτησε τεράστιες περιοχές της Αρμενίας σε αντάλλαγμα για την απελευθέρωση του βασιλιά - εβδομήντα πεδιάδες στις νοτιοανατολικές επαρχίες - όλες ιστορικά αρμενικές.

Ο Τιγκράν έπρεπε να αποφασίσει εάν θα αναλάμβανε τη βασιλεία της Αρμενίας, υποκύπτοντας ταυτόχρονα στις απαιτήσεις της Παρθίας.

Ο Τιγκράν ήξερε πως ο γερασμένος βασιλιάς της Παρθίας, Μιθριδάτης ο Β΄, είχε ζητήσει αυτό το βαρύ τίμημα, γνωρίζοντας πως ο νεαρός βασιλιάς της Μεγάλης Αρμενίας αποτελούσε δυνάμει ισχυρό εχθρό της Παρθίας. Η πολυετής αιχμαλωσία του Τιγκράν στη βασιλική αυλή της Παρθίας δεν ήταν μάταιη: γνώρισε σε βάθος όλα τα εσωτερικά ζητήματα του κράτους και γι’ αυτό ήταν σε θέση να διαβλέψει τις αναταραχές που πλησίαζαν. Επιπρόθετα, ήταν σοφός, ιδιαίτερα ευφυής, ταλαντούχος στρατιωτικός και πεπειραμένος ως κυβερνήτης. Ο βασιλιάς Μιθριδάτης γνώριζε πως οι ικανότητες που διέθετε ο Τιγκράν θα μπορούσαν κάλλιστα να εμποδίσουν τα σχέδιά του για αποδυνάμωση της Αρμενίας με τελικό στόχο την κατάκτησή της.

Ο βασιλιάς της Παρθίας, ωστόσο, δεν μπορούσε να θανατώσει τον Τιγκράν, μιας και η δολοφονία άοπλου φυλακισμένου, και μάλιστα βασιλικής γενιάς, ήταν πράξη ανήθικη και θα είχε βαρύ αντίκτυπο. Ο Μιθριδάτης γνώριζε πως θα καταφέρει διπλό χτύπημα στην Αρμενία.

Οι εδαφικές του απαιτήσεις θα του έδιναν άμεση πρόσβαση στην καρδιά του αρμενικού κράτους και συγκεκριμένα στην πεδιάδα του Αραράτ, όπου βρισκόταν η πρωτεύουσα Αρτασάτ, η οποία και περιβαλλόταν από τις μεγαλύτερες και σπουδαιότερες αρμενικές πόλεις.

Επιπλέον, η Αρμενία εκτός από τη σημαντική μείωση της εδαφικής της κυριαρχίας, θα δεχόταν και βαρύ οικονομικό πλήγμα, εφόσον στα εδάφη που διεκδικούσε η Παρθία περιλαμβανόταν και η θάλασσα του Καπουτάν (αλμυρή λίμνη Ούρμια), από την οποία η Αρμενία αντλούσε και πουλούσε κατ’ αποκλειστικότητα έναν στρατηγικής σημασίας φυσικό πόρο - το αλάτι. Τέλος, η προσάρτηση των αρμενικών αυτών εδαφών, αναπόφευκτα θα μείωνε το νέο βασιλιά στα μάτια του αρμενικού λαού αλλά και της αριστοκρατίας, δίχως την υποστήριξη της οποίας οποιοσδήποτε βασιλιάς θα ήταν πολιτικά ανίσχυρος.

 

Η αυτοκρατορία

Ο Τιγκράν επέστρεψε στην πατρίδα για να χριστεί διάδοχος του θρόνου, στη περιοχή του Αγζντνίκ, όπου στη συνέχεια ίδρυσε τη νέα του πρωτεύουσα Τιγκρανακέρτ. Η αυτοκρατορία του Τιγκράν του Μεγάλου θα μπορούσε κάλλιστα να συντηρεί τρεις πρωτεύουσες, αφού τα πολυάριθμα υποτελή κρατίδια κατέβαλλαν τους φόρους που τους αναλογούσαν και η χώρα ευημερούσε. Η ανοικοδόμηση της νέας πρωτεύουσας δεν αποτελούσε σε καμιά περίπτωση ιδιοτροπία του Τιγκράν. Καμιά από τις ιστορικές πρωτεύουσες της Αρμενίας δεν ήταν κατάλληλη για να μετατραπεί σε πολιτικό και πολιτιστικό κέντρο της χώρας. Η Αρτασάτ, που ιδρύθηκε απο τον Αρτασές Α΄, αλλά και η Αντιόχεια, που αποτελούσε την πρωτεύουσα κατά την περίοδο δυναστείας των Σελευκιδών και κατακτήθηκε από τον Τιγκράν, βρίσκονταν πολύ κοντά στα σύνορα του κράτους.

Αντίθετα, το Τιγκρανακέρτ βρισκόταν στην καρδιά του βασιλείου, ήταν προστατευμένο στη βό-ρεια του πλευρά από τις απόκρημνες πλαγιές της οροσειράς του Ταύρου και επικοινωνούσε προς το νότο με όλα τα σημαντικά εμπορικά κέντρα της χώρας μέσω της βασιλικής οδού των Αχαιμενιδών.

Ο βασιλιάς πίστευε πως η πρωτεύουσά του ήταν απόρθητη, όπως ακριβώς και τα τείχη που την περιέβαλλαν, ύψους 90 μέτρων με πρόσθετη ενίσχυση στη βάση. Ήταν μια πολύβουη πρωτεύουσα που έσφυζε από ζωή, καθώς ο ίδιος ο βασιλιάς είχε διατάξει την μετεγκατάσταση των κατοίκων των δώδεκα ελληνιστικών πόλεων-κρατών που κα-τέκτησε αλλά και αρμενίων αριστοκρατών, συχνά υπό την απειλή της δήμευσης των περιουσιών τους. Η Αντιόχεια, με πληθυσμό 500,000 κατοίκων, φιλοξενούσε τον βασιλιά, όταν αυτός επισκεπόταν τις νότιες επαρχίες της χώρας και ήταν η πόλη στην οποία κόπηκαν τα διάσημα νομίσματα με τη μορφή του Τιγκράν και χρησιμοποιήθηκαν σε ολόκληρη την επικράτεια του αρμενικού κράτους.

Ο Τιγκράν επεξέτεινε την κυριαρχία του, καθ’ όλη τη διάρκεια της εικοσιπεντάχρονης βασιλείας του. Έως το τέλος του 1ου αιώνα π.χ., το αρμενικό βασίλειο εκτεινόταν απο την Κασπία θάλασσα μέχρι τη Μεσόγειο και την Ερυθρά θάλασσα (μέχρι τα σύνορα της Αιγύπτου) και από τη Μεγάλη Μηδία ως την ορεινή Κιλικία και την Καππαδοκία. Η κυριαρχία του Τιγκράν αναγνωριζόταν ακόμη και από τους Ιουδαίους και τους Ναβαταίους. Η αυτοκρατορία ευημερούσε, καθώς κατά την περίοδο αυτή επικράτησε ειρήνη και ανάπτυξη στους τομείς της οικονομίας, του πολιτισμού και των τεχνών.

Όλα τα παραπάνω επιτεύγματα δεν υφίσταντο το 96 π.Χ., όταν ανέλαβε τη βασιλεία ο Τιγκράν. Υπήρχαν μονάχα εχθρικοί γείτονες, όπως η Παρθία και η ρωμαϊκή αυτοκρατορία, η οποία προσπαθούσε συνεχώς να κατακτήσει ολόκληρη την περιοχή της ανατολικής Μεσογείου.

Πρώτα απ’ όλα, ο βασιλιάς της Μεγάλης Αρμενίας προσάρτησε την περιοχή της Σοφίνα (Τζόφκ) - ένα από τα τρία ιστορικά ανεξάρτητα αρμενικά κράτη. Οι καλύτεροι αρμένιοι τεχνίτες κατοικούσαν σ’ αυτή την εύπορη περιοχή που διέθετε κοιτάσματα μετάλλων. Έτσι, ο Τιγκράν χρειάστηκε μόλις ένα χρόνο για να συγκροτήσει έναν ετοιμοπόλεμο στρατό, ενώ σύντομα διέθετε μια προηγμένη πολεμική βιομηχανία. Όσο περισσότερες χώρες κατακτούσε, τόσο γενναιόδωρα αντάμειβε τους στρατιώτες του, που ήταν εξαίρετοι πολεμιστές. Αξίζει να αναφέρουμε πως κάποιες χώρες προτίμησαν να προσχωρήσουν στην αρμενική κυριαρχία, όπως η Συρία και η Φοινίκη. Ο Τιγκράν διέθετε αρκετούς υποστηρικτές στη Συρία. Μετά την καθυπόταξη της βόρειας Μεσοποταμίας, η εμπορική οδός που ένωνε την κεντρική και ανατολική Ασία με τη Μέση Ανατολή βρισκόταν υπό τον έλεγχο του Τιγκράν. Έτσι, αρκετές εύπορες πόλεις που χρειάζονταν την ειρήνη για τη διατήρηση των ειδικών τους προνομίων και τη συνέχιση του διεθνούς εμπορίου αποζητούσαν την προστασία του Τιγκράν. Ενδεικτικά, ο Ιουστινιανός αναφέρει πως «μονάχα κατά την περίοδο της βασιλείας του Τιγκράν η Συρία κατάφερε να γευτεί την ελευθερία και να ζήσει ειρηνικά για δεκατέσσερα χρόνια». Μια από τις σοφότερες πολιτικές του επιλογές αποτέλεσε η συμφωνία του με τις αραβικές νομαδικές φυλές για τη φύλαξη των εμπορικών οδών κατά μήκος των νοτίων συνόρων του κράτους. Οι Άραβες επέβαλαν τέλη διέλευσης, μεγάλο μέρος των οποίων κατέληγε στο θησαυροφυλάκιο του Τιγκράν, με βάση τους το σημείο διέλευσης του ποταμού Ευφράτη. Ακόμη και ο περήφανος βασιλιάς του Πόντου, Ευπάτωρ Μιθριδάτης ο Στ΄, υπέγραψε συμφωνία με τον ισχυρό γείτονα, την Αρμενία, τον καιρό της σύγκρουσής του με τη Ρώμη. Η συμφωνία κατοχυρώθηκε με το γάμο του Τιγκράν με την κόρη του βασιλιά του Πόντου, Κλεοπάτρα.

Ο στρατός του Τιγκράν εκστράτευσε κατά της Καππαδοκίας τρεις φορές. Η συμμαχία του με τον Μιθριδάτη ήταν ωφέλιμη, αφού εξασφάλιζε την ασφάλεια στα δυτικά του σύνορα από τον βασιλιά της Καππαδοκίας Αριοβαρζάνη Α’, ο οποίος είχε εγκαταστήσει ισχυρή εμπροσθοφυλακή, με σκοπό την επέκταση της Ρώμης στη Μ. Ασία. Οκτώ χρόνια αργότερα ο Τιγκράν επέλυσε εύκολα τη διαμάχη του με την Παρθία. Η στιγμή της εκδίκησης που τόσο περίμενε είχε επιτέλους φτάσει. Αρχικά, κατατρόπωσε το στρατό της Παρθίας, επανέκτησε όλα τα εδάφη της Αρμενίας που είχε αναγκαστεί να παραδώσει στην Παρθία σε αντάλλαγμα για την απελευθέρωσή του και προχώρησε στο εσωτερικό της χώρας καταλαμβάνοντάς την. Οι Πάρθοι αναγκά-στηκαν να του παραδώσουν ολόκληρη τη Μεσοποταμία καθώς επίσης και τη Μυγδονία και την Οσροηνή και να του αποδώσουν τον τίτλο του «Βασιλέα των Βασιλέων».

Όταν ο Τιγκράν κατέλαβε τις πεδινές εκτάσεις της Κιλικίας, συνέχισε προς την ορεινή της έκταση. Ωστόσο, πολύ πριν από τα γεγονότα αυτά, η ρωμαϊκή Σύγκλητος παρακολουθούσε στενά την ακμή και την ισχύ του βασιλείου των Αρμενίων.

 

Ο γιος εναντίον του πατέρα

Ο Τιγκράν είχε ήδη έρθει σε αντιπαράθεση με τα ρωμαϊκά στρατεύματα στην Καππαδοκία και τώρα εμφανίστηκε μια νέα πηγή αναταραχών από τον Ευπάτορα Μιθριδάτη τον Στ΄, ο οποίος έπειτα από μια βαριά ήττα από τους Ρωμαίους, κατέφυγε για προστασία στο Τιγκρανακέρτ. Ο Τιγκράν αρνήθηκε να παραδώσει τον Μιθριδάτη στους Ρωμαίους, λέγοντας πως «ολόκληρος ο κόσμος αλλά και η συνείδησή του θα τον καταδίκαζαν, αν παρέδιδε τον πεθερό του στον εχθρό». Την άνοιξη του 69 π.Χ. ο ρωμαϊκός στρατός πολιόρκησε το Τιγκρανακέρτ. Η φρουρά του κάστρου υπερασπίστηκε σθεναρά την πόλη επί πέντε μήνες και απέκρουσε με επιτυχία όλες τις εφόδους, γνωρίζοντας πως η μάχη αυτή, εκτός από την τύχη της ίδιας της πόλης, θα καθόριζε και την έκβαση του πολέμου, μιας και στην πόλη βρισκόταν το βασιλικό θησαυροφυλάκιο. Με τα χρήματα αυτά μπορούσαν να στρατολογηθούν νέοι πολεμιστές και να εξασφαλιστούν οι προμήθειες σε τροφές και πολεμικό υλικό για μελλοντικές συγκρούσεις με τους Ρωμαίους. Ευτυχώς, η ομάδα που είχε στείλει ο Τιγκράν κατάφερε να φυγαδεύσει από την πόλη το θησαυροφυλάκιο αλλά και την οικογένειά του. Οι Ρωμαίοι δεν κατάλαβαν καλά καλά τι συνέβη. Η έφιππη ομάδα των Αρμενίων διέσπασε τις γραμμές των Ρωμαίων και πέρασε μέσα στο κάστρο, ενώ ακαριαία έκλεισαν ξανά οι πόρτες πίσω τους. Αργά τη νύχτα επανέλαβαν το εγχείρημά τους, βγαίνοντας από τα τείχη της πόλης και έχοντας μαζί τους τη βασιλική οικογένεια αλλά και σημαντικό μέρος από το θησαυροφυλάκιο.

Τελικά, στις 6 Οκτωβρίου του 69 π.Χ. ο θεός του πολέμου εγκατέλειψε τον Τιγκράν και η μάχη της πόλης του Τιγκρανακέρτ χάθηκε. Ο στρατός του Τιγκράν συγκροτήθηκε βιαστικά και συνάμα ο Λούκουλος αποδείχτηκε αρκετά πανούργος. Έστειλε ενάντια στο στρατό του Τιγκράν μονάχα μία έφιππη λεγεώνα, ενώ ο ίδιος με το σύνολο του στρατού του αιφνιδίασε τον Τιγκράν από τα πλάγια. Η κίνηση αυτή καθόρισε τη νίκη των Ρωμαίων. Ευτυχώς, ο Τιγκράν μαζί με τη φρουρά του κατάφερε να διασωθεί. Ο Μιθριδάτης σε μεταγενέστερη επιστολή του προς το βασιλιά των Πάρθων αναφέρει πως «οι Ρωμαίοι παρουσίασαν ως δική τους νίκη τις ατυχίες του Τιγκράν». Μετά την ήττα έπεσε και η πόλη του Τιγκρανακέρτ. Έλληνες μισθοφόροι που υπερασπίζονταν την πόλη ήρθαν σε συμφωνία με τους Ρωμαίους και τους παρέδωσαν την πόλη. Οι εισβολείς λεηλάτησαν ανηλεώς την πόλη, ενώ ο Λούκουλος κράτησε για τον εαυτό του το υπόλοιπο θησαυροφυλάκιο και οι στρατιώτες του μοιράστηκαν συνολικά οκτώ χιλιάδες τάλαντα.

Εν τω μεταξύ, ο Τιγκράν επιχείρησε να συνάψει συμμαχία με τους παλιούς του εχθρούς, τους Πάρθους. Ωστόσο, ο βασιλιάς της Παρθίας, Φραάτης, είχε ήδη δεχτεί μια προσφορά από τους Ρωμαίους: είτε να συμμαχήσει μαζί τους εναντίον του Τιγκράν είτε να τηρήσει ουδετερότητα. Φυσικά, επέλεξε να μην αναμειχθεί στον πόλεμο. Όλο το χειμώνα, ο Τιγκράν και ο Μιθριδάτης έκαναν πυρετώδεις προετοιμασίες. Αυτή τη φορά ο αρμενικός στρατός οργανώθηκε σύμφωνα με το ρωμαϊκό πρότυπο, σε μικρά τμήματα που διέθεταν ταχύτητα και ευελιξία στο πεδίο της μάχης. Ο Λούκουλος στο μεταξύ ήταν σίγουρος πως ο Τιγκράν θα συνθηκολογήσει ή θα κινηθεί σε νέα μάχη εναντίον του. Τίποτα όμως από τα δύο δε συνέβη. Έτσι, αναγκάστηκε να τον αναζητήσει και κινήθηκε προς το Αρτασάτ. Εκεί προς μεγάλη του έκπληξη είδε πως τα σιτοχώραφα ήταν ακόμα χλωρά.

Όταν ξεκίνησαν την εκστρατεία τους προς το νότο, ήταν η εποχή της συγκομιδής. Τώρα ο Λούκουλος αντιλήφθηκε πως θα είχε πρόβλημα με τις προμήθειες των τροφίμων του. Αυτό, όμως, δεν ήταν και το μοναδικό του πρόβλημα, μιας και ο αρμενικός στρατός τον ανέμενε στον ποταμό Αρατσανί.

Καθώς οι Ρωμαίοι διέσχιζαν το ποτάμι, ο Τιγκράν επιτέθηκε πρώτος με ελαφρύ ιππικό, εφαρμόζοντας την τεχνική της «εικονικής οπισθοχώρησης». Οι Ρω-μαίοι άρχισαν να καταδιώκουν τους ιππείς, ενώ οι Αρμένιοι τους χτυπούσαν με στραμμένα τα νώτα. Στην άλλη όχθη του ποταμού το κύριο σώμα του αρμενικού στρατού περίμενε τους Ρωμαίους.

Ο Λούκουλος αναγκάστηκε να υποχωρήσει: οι απώλειές του ήταν υπερβολικά πολλές. Λίγο αργότερα ο καιρός κρύωσε αναπάντεχα κι άρχισε να χιονίζει Σε-πτέμβριο μήνα. Κάτω από την πίεση των στρατιωτών του ο Λούκουλος αναγκάστηκε να γυρίσει στη Μεσοποταμία. Η Σύγκλητος, δυσαρεστημένη από τις ενέργειες του Λούκουλου, μεταβίβασε την απόλυτη εξουσία για την εκστρατεία στην Ανατολή στον Πομπήιο.

Σε αυτή ακριβώς τη στιγμή, ο Τιγκράν αντιμετώπισε το μεγαλύτερο πρόβλημά του, καθώς ο γιος του, Τιγκράν ο νεότερος, πραγματοποίησε εξέγερση εναντίον του πατέρα του, ελπίζοντας πως ο Πομπήιος θα του χαρίσει το στέμμα σε αναγνώριση της προδοσίας του. Έτσι, ο Τιγκράν αναγκάστηκε να διακόψει τη νικηφόρο προέλασή του προς την Καππαδοκία. Ο Τιγκράν ο νεότερος δεν κατάφερε ωστόσο να εκθρονίσει τον πατέρα του, παρά τη στρατιωτική υποστήριξη που του είχε παράσχει ο βασιλιάς Φραάτης Γ’ και μετά την ήττα του στο Αρτασάτ, διέφυγε στην Κτησιφώντα και παντρεύτηκε την κόρη του Φραάτη. Για τους Ρωμαίους, ωστόσο, ο Τιγκράν αποτελούσε καλύτερο και πιο αξιόπιστο σύμμαχο από το γιο του, αφού η Ρώμη βρισκόταν σε πόλεμο με την Παρθία. Καθώς ο στρατός του Πομπήιου βρισκόταν έξω από τα τείχη της πόλης του Αρτασάτ, ο Τιγκράν προχώρησε σε μια κίνηση άνευ προηγουμένου. Έχοντας συντρίψει το στρατό των Πάρθων στο Αρτασάτ και με τον αέρα του νικητή, αποφάσισε να προτείνει σύμφωνο ειρήνης στο Πομπήιο. Αυτοπροσώπως και δίχως συνοδεία φρουράς, επισκέφθηκε το στρατόπεδο του Πομπήιου και εισερχόμενος στη σκηνή του, έβγαλε το στέμμα του.

Ο Πομπήιος αντιλήφθηκε την κίνηση καλής θέλησης του Τιγκράν και τον αναγνώρισε αμέσως ως βασιλιά της Μεγάλης Αρμενίας, τοποθετώντας ξανά το στέμμα στο κεφάλι του βασιλιά. Ο νεαρός προδότης βρισκόταν μέσα στη σκηνή και καθόταν στα αριστερά του Πομπήιου. Σχεδόν ατάραχος παρακολούθησε ολόκληρη τη σκηνή καθώς και την υπογραφή της συμφωνίας ειρήνης που ακολούθησε. Η συμφωνία προέβλεπε την επιστροφή των εδαφών που είχε κατακτήσει η Αρμενία, διαφυλάττοντας την αυτονομία και την υπόστασή της ως βασιλείου. Ο Τιγκράν ίσως είχε προβλέψει την προδοσία του γιου του, σίγουρα όμως δεν περίμενε να τον προδώσουν και οι τρεις γιοι που είχε αποκτήσει από την Κλεοπάτρα, κόρη του βασιλιά Μιθριδάτη. Ο Τιγκράν στάθηκε μπροστά στον Πομπήιο και κοίταξε το γιο του με μεγάλη απογοήτευση: είχε προδώσει όχι μόνο τον πατέρα του αλλά και το έργο ζωής του πατέρα του.

Ο Τιγκράν στη μακρόχρονη βασιλεία του κατέβαλε κάθε προσπάθεια για να δημιουργήσει μια αυτοκρατορία εύρωστη και ισχυρή, προσφέροντας στους Αρμενίους μια ειρηνική πατρίδα. Συμμαχώντας με τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, απέφυγε έναν καταστροφικό πόλεμο σε δυο μέτωπα, εναντίον της Ρώμης και της Παρθίας, καταφέρνοντας έτσι να διασώσει την αυτοκρατορία του στο σύνολό της.

 

 

Χρονολόγιο του βασιλιά Τιγκράν Β’ (140-55 π.Χ.)

 

140 π.Χ. - Γέννηση του μελλοντικού βασιλιά της Αρμενίας.

112 π.Χ. - Ο διάδοχος του θρόνου δίδεται ως όμηρος στην Παρθία από το βασιλιά Αρταβάστ Α’.

95 π.Χ. - Ο Τιγκράν Β’ ενθρονίζεται.

94 π.Χ. - Κατάκτηση της Σοφίνα και συμμαχία με τον βασιλιά του Πόντου, Ευπάτορα Μιθριδάτη Β’.

93 π.Χ. - Πρώτη εκστρατεία κατά της Καππαδοκίας. Ο Τιγκράν εκθρονίζει τον Αριοβαρζάνη Α’ και χρίζει βασιλιά τον Γόρδιο, που υποστηρίχθηκε από την τοπική αριστοκρατία.

92 π.Χ. - Δεύτερη εκστρατεία κατά της Καππαδοκίας. Οι Ρωμαίοι υπό τις διαταγές του Σύλλα εισβάλλουν στην Καππαδοκία και νικούν το στρατό του Τιγκράν που κατέφθασε προς στήριξη του Γορδίου. Οι διπλωματικές σχέσεις που συνάπτουν Ρώμη και Παρθία έχουν σκοπό το διαμερισμό των σφαιρών επιρροής τους. Οι Πάρθοι προσφέρουν συμφωνία στους Ρωμαίους εναντίον του Τιγκράν.

91 π.Χ. - Τρίτη εκστρατεία κατά της Καππαδοκίας. Αρχή κατάρρευσης της Παρθίας.

90-86 π.Χ. - Ο Τιγκράν προετοιμάζεται για τον επερχόμενο πόλεμο κατά της Παρθίας. Εδραίωση της εξουσίας του σε Ιβηρία και Αλβανία.

86-85 π.Χ. - Ο νικηφόρος πόλεμος κατά της Παρθίας και η αναγνώριση της εξουσίας του από τα υποτελή προς την Παρθία κράτη.

83 π.X. - Κατόπιν αιτήματος των ελληνιστικών πόλεων της Συρίας ο Τιγκράν ανακηρύσσεται βασιλιάς της Συρίας (83-69 π.Χ).

77 π.Χ. - Ιδρύεται το Τιγκρανακέρτ ως νέα πρωτεύουσα του αρμενικού κράτους.

69 π.Χ. - Πόλεμος με τη Ρώμη που με στρατηγό τον Λούκουλο εισβάλλει στην Αρμενία. Η μάχη του Τιγκρανακέρτ. Διάλυση της αυτοκρατορίας του Τιγκράν του Μεγάλου.

68 π.Χ. - Ο Λούκουλος προελαύνει προς το Αρτασάτ. Ήττα των Ρωμαίων στο Αρατσανί.

68-67 π.Χ. - Αντεπίθεση του Τιγκράν εναντίον των Ρωμαίων, επανάκτηση των επαρχιών Νιζιμπίς και Σοφίνα. Ο Τιγκράν φτάνει ως τον Ευφράτη. Άφιξη του Πομπήιου στην Κιλικία. Προδοσία του Τιγκράν από το γιο του Τιγκράν το νεότερο - εγγονό του Ευπάτορα Μιθριδάτη Στ’.

66 π.Χ. - Στρατιωτική συμμαχία μεταξύ Ρωμαίων και Παρθίας εναντίον του Τιγκράν. Ο βασιλιάς της Παρθίας Φραάτης Γ’ συνομωτεί με το γιο του Τιγκράν, Τιγκράν τον νεότερο και εισβάλλουν στο Αρτασάτ. Ο αρμενικός στρατός συνθλίβει τους Πάρθους. Συμφωνία ειρήνης με τον Πομπήιο και αποφυγή πολέμου σε δύο μέτωπα. Τέλος της συμμαχίας Ρώμης - Παρθίας.

64 π.Χ. - Συμφωνία μεταξύ Τιγκράν Β’ και Φραάτη Γ’. Αρμένιοι και Πάρθοι συμφωνούν να μην ξανακάνουν πόλεμο μεταξύ τους.

άνοιξη του 55 π.Χ. - Θάνατος του βασιλιά Τιγκράν Β’.

 


Share
 

Για να εξασφαλίσουμε τη σωστή λειτουργία του ιστότοπου, μερικές φορές τοποθετούμε μικρά αρχεία δεδομένων στον υπολογιστή σας, τα λεγόμενα «cookies». Οι περισσότεροι μεγάλοι ιστότοποι κάνουν το ίδιο. Περισσότερα...

"Δέχομαι"


ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΙΒΛΙΩΝ


διαφήμιση στο αρμενικά

armenian community

Online Επισκέπτες

Έχουμε 6 επισκέπτες συνδεδεμένους