Οι πιονιέροι του αρμενικού κινηματογράφου Εκτύπωση E-mail

 

Του Ραζ­μίκ Α­γα­μπα­τιάν

Iανουάριος – Μάρτιος 2013 τεύχος 76

Το 1923, το Κο­μι­σα­ριά­το Λαϊ­κής Δια­-φώ­τι­σης διέ­θε­σε κον­δύ­λια για την ί­δρυ­ση του πρώ­του αρ­με­νι­κού κι­νη­μα­το­γρα­φι­κού στού­ντιο, το ο­ποί­ο αρ­κε­τά χρό­νια αρ­γό­τε­ρα έ­γι­νε γνω­στό ως Armenfilm. Το αρ­χι­κό κε­φά­λαιο, α­ξί­ας 6 δου­κά­των, α­πο­δεί­χθη­κε αρ­κε­τό για ε­κεί­νη την ε­πο­χή ώ­στε να μπο­ρέ­σει ο αρ­με­νι­κός κι­νη­μα­το­γρά­φος να εξα­πλω­θεί σε ό­λο τον κό­σμο. Παρ’ ό­λα αυ­τά, ο διευ­θυ­ντής του στού­ντιο Ντανιέλ Ντι­τζνου­νί, δεν θα εί­χε κα­τα­φέ­ρει τί­πο­τα χω­ρίς τη ση­μα­ντι­κή συμ­βο­λή του νε­α­ρού σκη­νο­θέ­τη Α­μό Μπε­κνα­ζα­ριάν α­πό την Τι­φλίδα. Το πρώ­το τέ­κνο του σκη­νο­θέ­τη για λο­γα­ρια­σμό του Armenfilm, ήταν η ται­νί­α «Να­μούς» και γρή­γορα χα­ρα­κτηρίστη­κε α­πό τον Τύ­πο ως «το με­γα­λύ­τε­ρο μπλο­γκμπά­στερ της ε­πο­χής».

 

Η πρώ­τη γνω­ρι­μί­α με το «θαύ­μα»

Ή­ταν η χρο­νιά του 1899 και ο ε­πτάχρο­νος Α­μό εί­χε κά­νει μό­λις κο­πά­να α­πό το σχο­λεί­ο, για να δει την πρώ­τη του ται­νί­α. Έ­να και­νούρ­γιο «θαύ­μα» ά­νοι­γε τις πόρ­τες του στο κοι­νό του Ερε­βάν, ό­που με 10 κα­πί­κια μπο­ρού­σε κα­νείς να δει «ζω­ντα­νές ει­κό­νες». Με τη δι­καιο­λο­γί­α ό­τι πο­νούσε η κοιλιά του, ο Α­μό βρέ­θη­κε να τρέ­χει στο δρό­μο προς το κέ­ντρο της πό­λης. Με τα δύ­ο πε­ντα­ρά­κια που εί­χε κρα­τή­σει α­πό το χαρ­τζι­λί­κι του, πέ­ρα­σε τις πόρ­τες του πλημυ­ρι­σμέ­νου α­πό κό­σμο κι­νη­μα­το­γρά­φου. Ή­ταν μια ξύ­λι­νη σι­ταπο­θή­κη. Παι­διά, ά­ντρες, γυ­ναί­κες και η­λι­κιω­μέ­νοι κά­θο­νταν σε πα­γκά­κια και πε­ρί­με­ναν α­νυπό­μονα. Έ­νας άν­δρας διέ­σχι­σε το πλή­θος κρα­τώ­ντας έ­ναν κου­βά νε­ρό και κα­τέ­βρε­ξε την «ο­θόνη», ώ­στε η εικό­να να εί­ναι πιο κα­θα­ρή.

Τε­λι­κά η αί­θου­σα άρ­χι­σε να σκο­τει­νιά­ζει και ει­κό­νες άρ­χι­σαν να δια­γράφο­νται στο βρε­γμέ­νο καμ­βά. Στην αρ­χή έβλεπα­ν λό­φους, πο­τά­μια, μια γέ­φυ­ρα και ξαφνι­κά α­πό το βά­θος ξε­πρό­βα­λε μια α­τμομη­χα­νή που έ­τρε­χε α­πει­λη­τι­κά προς το κοι­νό. Έ­μοια­ζε σαν να πή­γαι­νε να τους πα­τή­σει. Ό­λοι πα­νι­κο­βλή­θη­καν και α­κού­στηκε μια γυ­ναί­κα να φω­νά­ζει «αυ­τά εί­ναι δια­βο­λικές ει­κό­νες». Ο Α­μό ό­μως εί­χε α­πλά μα­γευ­τεί και ε­πα­νέ­λα­βε με φί­λους την ε­μπειρί­α του «θαύ­μα­τος» πολ­λές φο­ρές. Δεν μπορού­σαν ό­μως να κα­τα­λά­βουν, ού­τε να μα­ντέ­ψουν το μυ­στι­κό πί­σω α­πό τις κι­νού­με­νες ει­κό­νες. Ο­πό­τε α­πο­φά­σι­σαν να ρω­τήσουν τον μη­χα­νι­κό προ­βο­λής. Με α­ντάλ­λαγ­μα με­ρι­κά τσα­μπιά στα­φύ­λι, ε­κεί­νος τους εξή­γη­σε πώς λει­τουρ­γού­σε ο προ­βο­λέ­ας του κι­νη­μα­το­γρά­φου και έ­δει­ξε στα παι­διά τις μπο­μπί­νες και τις κορ­δέ­λες του φιλ­μ.

Ε­πι­κίν­δυ­νες απο­στο­λές για τον Α­μό

Προ­τού α­πο­φα­σί­σει ό­μως να γί­νει κινη­μα­τογρα­φι­στής, ο Μπε­κνα­ζα­ριάν έ­κα­νε κα­ριέ­ρα ε­παγγελ­μα­τί­α πυγ­μά­χου, έ­ζη­σε για 6 χρό­νια στο Βε­ρο­λί­νο και τα­ξί­δε­ψε σε πολ­λές ευρω­πα­ϊ­κές πό­λεις. Έ­πει­τα α­πό έ­ναν τραυ­μα­τι­σμό, ε­γκα­τέ­λει­ψε τον α­θλη­τι­σμό και γρά­φτη­κε στην ε­μπο­ρι­κή σχο­λή της Μό­σχας. Με το ξέ­σπα­σμα το Α’ Πα­γκο­σμί­ου Πο­λέ­μου, ο κι­νη­μα­το­γρά­φος άρ­χι­σε να αν­θί­ζει στη Ρω­σί­α, κυ­ρί­ως ε­πειδή πε­ριο­ρί­στη­κε η ε­νοι­κί­α­ση ξέ­νων ταινιών. Ο πρώ­τος ρό­λος του Μπεκνα­ζα­ριάν ή­ταν ε­νός τούρ-κου στρα­τιώ­τη στην υ­πη­ρε­σί­α του Εμβέρ Πα­σά. Αρ­γό­τε­ρα, θα ο­μο­λο­γού­σε ό­τι η ε­πι­θυ­μί­α του να εμ­φα­νι­στεί στην ο­θό­νη ή­ταν τό­σο με­γά­λη, που ξε­πέ­ρα­σε την άρ­νη­σή του να παί­ξει έ­ναν Τούρκο. Οι α­θλη­τι­κές του ι­κα­νό­τη­τες δε, τον ανέ­δει­ξαν ως έναν α­πό τους πρώ­τους κα­σκα­ντέρ της ε­ποχής. Στην ται­νί­α «Ο Πρό­σφυ­γας» ο σκη­νοθέ­της Α­να­τό­λι Κα­μέν­σκι έ­μει­νε τό­σο ι­κανο­ποι­ημέ­νος με την α­πό­δο­ση του Α­μό, ώ­στε σχε­δί­α­σε και­νούρ­γιες σκη­νές δρά­σης προ­σαρ­μο­σμέ­νες στον κα­σκα­ντέρ του. Οι πα­ρα­γω­γοί και οι συ­ντε­λε­στές γε­νι­κό­τε­ρα ή­ταν α­πό­λυ­τα ευ­χα­ρι­στη­μέ­νοι με τα κέρ­δη και την α­πο­δο­χή της ται­νί­ας, σε α­ντίθε­ση με τον Μπε­κνα­ζα­ριάν που ή­ταν βα­θιά α­πο­γο­η­τευ­μέ­νος με το φτη­νιά­ρι­κο πε­ριε­χό­μενο και τη βα­ρε­τή πλο­κή της ται­νί­ας. Ως κα­σκα­ντέρ συμ­με­τεί­χε σε περισ-σότερες α­πό 70 ται­νί­ες. Ό­λες τους ως ε­πί το πλεί­στον ή­ταν μέ­τριας καλ­λι­τε­χνι­κής α­ξί­ας.

Ε­πι­χεί­ρη­ση «Να­μούς»

Η α­γά­πη του Α­μό για το σι­νε­μά ή­ταν τό­σο με­γά­λη ό­μως, που ό­ταν το 1921 του δό­θη­κε η ευ­και­ρία, πή­ρε τη θέ­ση του γε­νι­κού υ­πεύ­θυ­νου του τμή­μα­τος του κι­νη­μα­το­γράφου του Κο­μι­σα­ριά­του Λα­ϊ­κής Δια­φώ­τι­σης στη Γε­ωρ­γί­α και χά­ρις στο πά­θος του έ­γι­νε μάρ­τυ­ρας της γέν­νη­σης μιας πολ­λά υ­πο­σχό­με­νης βιο­μη­χα­νί­ας ται­νιών. Το 1923 έ­κα­νε το προ­σω­πι­κό του ντε­μπού­το ως σκη­νοθέτης με την ται­νί­α «Πα­τρο­κτο­νί­α», η ο­ποί­α ει­σέ­πρα­ξε θε­τι­κές κρι­τι­κές α­πό τον το­πι­κό Τύ­πο της Τι­φλί­δας και της Μό­σχας. Με την εν­θάρ­ρυν­ση δε και του Κο­μι­σα­ριά­του, γύ­ρι­σε δύ­ο α­κό­μη ται­νί­ες στη Γε­ωρ­γί­α, το «Χα­μέ­νο Θη­σαυ­ρό» και τη «Να­τέλ­λα».

Έ­τσι φτά­νου­με στο 1924, ό­που ο Ντα­νιέλ Ντι­τζνου­νί του ζη­τά­ει να σκη­νο­θε­τήσει την πρώ­τη αρ­με­νι­κή ται­νί­α. Η α­πό­φα­ση το Μπε­κνα­ζα­ριάν να πά­ει στο Ε­ρε­βάν ή­ταν πο­λύ ρι­ψο­κίν­δυ­νη. Στην Αρ­με­νί­α δεν υ­πήρ­χε πρακτι­κά βιο­μη­χανί­α κι­νη­μα­το­γρά­φου, αλλά μπρο­στά στην πρό­κλη­ση να γί­νει ο θε­με­λιω­τής του αρ­με­νι­κού κι­νη­μα­το­γρά­φου, το γεγο­νός αυ­τό ή­ταν μάλ­λον α­σή­μα­ντο για τον Α­μό. Μά­λι­στα απο­φά­σι­σε να βα­σί­σει το σε­νά­ριο της ται­νί­ας στο μυ­θι­στό­ρη­μα του Σιρ­βανζα­ντέ «Να­μούς». Ε­πρό­κει­το για την ι­στορί­α μια νε­α­ρής κο­πέ­λας που έρ­χε­ται α­ντι­μέ­τω­πη με τις ο­πι­σθο­δρο­μι­κές πα­ρα­δόσεις και γί­νε­ται θύ­μα τους. Το Ε­ρε­βάν μά­λι­στα α­πο­τέ­λε­σε το τέ­λειο σκη­νι­κό για να ξα­να­ζωντα­νέ­ψει η Σα­μάκ - μια ζω­η­ρή αρ­με­νι­κή πό­λη της Α­να­το­λής με έ­ντο­νο το πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κό στοι­χεί­ο.

Η ται­νί­α έ­κα­νε πρε­μιέ­ρα στον κι­νη­μα­το­γρά­φο «Να­ϊ­ρί» τον Α­πρί­λιο του 1926. Η ε­πι­τυ­χί­α ή­ταν τε­ρά­στια. Κό­πιες διανε­μή­θη­καν σε Ευ­ρώπη, Α­με­ρι­κή και Μι­κρά Α­σί­α και έ­γινε ε­ξαι­ρε­τι­κά δη­μο­φι­λής στη Μόσχα. Η ρω­σι­κή πρω­τεύ­ου­σα γέ­μι­σε πο­λύ­χρω­μες δια­φη­μι­στι­κές α­φί­σες, η δια­κό­σμη­ση στο φουα­γιέ του κι­νη­μα­τογρά­φου Μα­λά­για Ντι­μιτρόβ­κα ή­ταν αρ­με­νι­κής αι­σθη­τι­κής, ε­νώ στα διαλ­λεί­μα­τα έ­παι­ζε πα­ρα­δο­σια­κή μου­σι­κή! Το κα­πνερ­γο­στά­σιο Τζά­βα έ­φτα­σε στο ση­μεί­ο να λαν­σάρει έ­να νέ­ο τύ­πο τσι­γά­ρων με το όνο­μα «Να­μούς» προς τι­μήν της πρώ­της αρ­με­νι­κής ται­νί­ας! Ύ­στε­ρα από τις δι­θυ­ραμ­βι­κές κρι­τι­κές και την ευρύ­τα­τη α­πο­δο­χή της ται­νί­ας, ο Μπε­κνα­ζα­ριάν α­να­γνω­ρί­ζε­ται ως έ­νας α­πό τους κα­λύ­τε­ρους σκη­νο­θέ­τες της Σο­βιε­τι­κής Έ­νω­σης, γε­γο­νός που του επι­τρέ­πει με­γα­λύ­τε­ρη καλ­λι­τε­χνική ε­λευ­θε­ρί­α στα κα­το­πι­νά σχέ­διά του. O πρω­ταγω­νι­στής δε της «Να­μούς», Χρα­τσιά Νερ­σε­σιάν - ένας τα­λα­ντού­χος νέος η­θο­ποιός - σε κά­θε νέ­α του συ­νερ­γα­σί­α με τον Α­μό, θα α­νέ­βα­ζε το ά­στρο του α­κό­μη πιο ψη­λά.

Δου­λειά δεν εί­χε ο διά­ο­λος…

Με εν­διά­μεσο σταθ­μό την ται­νί­α «Ζαρέ» (1927), που γνώρι­σε κι αυ­τή με­γά­λη ε­πι­τυ­χί­α, η ε­πό­με­νη δη­μιουρ­γί­α του Μπε­κνα­ζα­ριάν ή­ταν μια κω­μω­δί­α με τί­τλο «Σορ και Σορ­σόρ» (1928), που προ­έ­κυ­ψε κάτω α­πό εν­δια­φέ­ρου­σες πε­ρι­στά­σεις. Η ται­νί­α «Ζα­ρέ» λοι­πόν ήταν έ­τοι­μη και προ­κει­μέ­νου να τη στεί­λουν στη Μό­σχα, ό­που ε­κεί θα γι­νό­ταν η κε­ντρι­κή δια­νο­μή, έ­πρε­πε να ε­τοιμαστούν κά­μπο­σες κό­πιες. Η δια­δι­κα­σί­α θα έ­παιρ­νε του­λά­χιστον 20 με 25 μέ­ρες. Ε­πει­δή ό­μως ο Μπε­κνα­ζα­ριάν και ο σκη­νο­θέ­της Ντιζ­νου­νί δεν ά­ντε­χαν να κά­θο­νται με σταυ­ρω­μέ­να τα χέ­ρια και να πε­ρι­μέ­νουν, α­πο­φά­σι­σαν να στείλουν ό­χι μί­α… αλ­λά δύ­ο ται­νί­ες στη Μό­σχα. Το σε­νά­ριο του «Σορ και Σορσόρ» γρά­φτη­κε μέ­σα σε μια νύχτα και τα γυ­ρί­σμα­τα μα­ζί με το μο­ντάζ δι­ήρ­κη­σαν 11 μό­λις μέ­ρες. Οι η­θο­ποιοί και ο σκη­νο­θέ­της αυ­το­σχε­δί­α­ζαν ό­λη την ώρα και γε­νι­κά η α­τμό­σφαι­ρα που ε­πι­κρατού­σε στα γυ­ρί­σμα­τα θύ­μι­ζε πε­ρι­φε­ρό­με­νο θί­ασο σε πα­νη­γύ­ρι. Το α­πο­τέ­λε­σμα ή­ταν ι­διαί­τε­ρα πρω­τότυ­πο και αυ­θε­ντι­κό και έ­τσι άλ­λη μια ε­πι­τυ­χί­α κα­ταγρά­φη­κε στο ε­νερ­γη­τι­κό της Armenfilm, α­φού η ται­νί­α εί­χε πά­νω α­πό 3000 ε­νοι­κιά­σεις. Με τα ση­με­ρι­νά δε­δο­μέ­να αυ­τό ση­μαί­νει έ­να πο­λύ α­ξιό­λο­γο τα­μεί­ο. Η α­πο­στο­λή του Μπε­κνα­ζα­ριάν ο­λο­κλη­ρώ­θη­κε ύ­στε­ρα α­πό άλ­λες πέντε πα­ρα­γω­γές. Τα θε­μέ­λια του αρ­με­νι­κού κι­νη­μα­το­γρά­φου εί­χαν ή­δη μπει και στο τέ­λος του 1920 δε­κά­δες κι­νη­μα­το­γραφι­στές ερ­γά­ζο­νταν στα στού­ντιο του Ερε­βάν.  

«Πέ­πο»: Ο­μι­λεί­τε αρμενι­κά

Η αρ­χή του ο­μι­λού­ντα κι­νη­μα­το­γράφου έ­γι­νε τη δε­κα­ε­τί­α του 1930. Κα­τά τη γνώ­μη του Μπε­κνα­ζα­ριάν, ο χρό­νος εί­χε ω­ρι­μά­σει για τη με­τα­φο­ρά του θε­α­τρι­κού «Πέ­πο» του Γκα­μπριέλ Σου­ντου­κιάν στο σε­λι­λό­ιντ. Φυ­σι­κά, η μου­σι­κή και η τε­χνο­λο­γί­α η­χο­λη­ψί­ας ή­ταν πά­ρα πο­λύ ση­μα­ντι­κή για τον σκη­νο­θέ­τη μας. Τα τραγού­δια των Αρμε­νί­ων που ζού­σαν στην Τι­φλί­δα - μιας και τα γυ­ρί­σμα­τα έ­γι­ναν στην πρω­τεύ­ου­σα της Γε­ωρ­γί­ας - και η μου­σι­κή ευ­φυ­ΐ­α του νε­α­ρού τό­τε συν­θέ­τη Α­ράμ Χα­τσα­του­ριάν, ή­ταν α­ναπό­σπα­στα κομ­μά­τια της ται­νί­ας. Κά­θε βρά­δυ, ο Χα­τσα­του­ριάν και ο Μπε­κνα­ζα­ριάν θα γύ­ρι­ζαν τις τα­βέρ­νες της Τι­φλί­δας για να α­κού­σουν τους Σα­ζα­ντάρ (α­να­το­λί­τες μου­σικούς) να παί­ζουν, και να κα­τα­γρά­ψουν τις α­γα­πη­μέ­νες τους με­λω­δί­ες. Ή­ταν άλ­λω­στε η πρώ­τη κι­νη­μα­το­γρα­φι­κή ε­μπει­ρί­α του Χα­τσα­του­ριάν και ο ί­διος ή­ταν ι­διαί­τερα α­παι­τη­τι­κός α­πό τον ε­αυ­τό του. Συ­νέθε­σε άλ­λω­στε τέσ­σε­ρις δια­φο­ρε­τι­κές εκ­δο­χές του βα­σικού μου­σι­κού θέ­μα­τος του «Πέ­πο».

Ση­μα­ντι­κή ό­μως ή­ταν και η συμ­βο­λή των Αρμε­νί­ων της Τι­φλί­δας που εί­χαν το πα­ρα­τσού­κλι «Κι­ντό». Η πρω­τεύ­ου­σα της Γε­ωρ­γί­ας εί­χε αλ­λά­ξει πο­λύ α­πό την τε­λευταί­α φο­ρά που την ά­φη­σε ο Μπεκνα­ζα­ριάν. Οι άλ­λο­τε α­κοί­μη­τοι γραφι­κοί δρό­μοι της Τι­φλί­δας που έ­σφυ­ζαν α­πό ζω­ντά­νια εί­χαν «ξε­φτί­σει». Μόνο ό­ταν πέ­ρα­σε α­πό την αρμε­νι­κή α­γο­ρά, ξα­να­βρή­κε τους πα­λιούς γνω­στούς Κι­ντό με τις πα­ρα­δο­σια­κές φο­ρε­σιές τους να που­λάνε καρ­πού­ζια και μή­λα στους πε­ρα­στικούς και να δια­σκε­δά­ζουν με ό­σους ε­κτιμού­σαν τα ω­ραί­α α­στεί­α.

Το θε­α­τρι­κό έρ­γο του Σου­ντου­κιάν ή­ταν πά­ρα πο­λύ γνω­στό στην Τι­φλί­δα και ό­ταν δια­δό­θη­καν τα νέ­α ό­τι ο Μπε­κνα­ζα­ριάν σκό­πευε να γυ­ρί­σει τη δι­κή του εκ­δο­χή του «Πέ­πο»! ο εν­θου­σια­σμός των ντό­πιων Αρμε­νί­ων ή­ταν τό­σο με­γά­λος, ώ­στε του βρή­καν α­κό­μη και τον τε­λευ­ταί­ο ρά­φτη που ή­ξε­ρε να ρά­βει τις πα­ρα­δο­σια­κές εν­δυ­μα­σί­ες των Κι­ντό. Ή­ταν τό­σο με­γά­λο το πά­θος και η α­φο­σί­ω­ση του Α­μό στην προ­σπά­θειά του να κα­τα­γρά­ψει την α­τμό­σφαι­ρα του «Πα­ρι­σιού του Καυ­κά­σου», ώ­στε ό­ταν α­πο­φά­σι­σε να κι­νη­μα­το­γραφή­σει έ­να συ­γκρό­τη­μα πα­λιών νε­ρό­μυλων που ε­πρό­κει­το να κα­τε­δα­φιστεί πριν τα γυ­ρί­σμα­τα, πα­ρε­νέ­βη­σαν οι ντό­πιοι πα­ρά­γο­ντες ώ­στε να δο­θεί πα­ρά­τα­ση ζω­ής στα κτί­σμα­τα αυ­τά. Και κά­πως έ­τσι, α­πα­θα­να­τί­στη­καν «τα τε­λευ­ταί­α σύμ­βο­λα» μιας αλ­λο­τι­νής ε­πο­χής.

Τα γυρί­σμα­τα έλα­βαν χώ­ρα ε­κτός α­πό την Τι­φλί­δα, στο Ε­ρε­βάν αλ­λά και στη Μό­σχα. Υ­πήρ­χε ό­μως έ­να σο­βα­ρό πρό­βλη­μα: Σε ποια γλώσ­σα θα ή­ταν η ται­νί­α; Αν ή­ταν στα αρμε­νι­κά, η ται­νί­α δε θα μπο­ρού­σε να προ­βλη­θεί ε­κτός Αρ­με­νί­ας, κα­θώς τότε δεν υ­πήρ­χε η τε­χνο­λο­γί­α με­τα­γλώτ­τισης. Τε­λι­κά, ύ­στε­ρα α­πό πολ­λούς προ­βλη­μα­τι­σμούς, α­πο­φά­σι­σαν να βγά­λουν δυο εκ­δο­χές - μί­α στα αρ­με­νι­κά και μί­α στα ρω­σι­κά. Οι η­θο­ποιοί που εί­χαν παί­ξει στο αρ­με­νι­κό σα­νί­δι για όλη τους σχε­δόν τη ζω­ή, κλή­θη­καν να α­φιε­ρώ­σουν ά­πει­ρο χρό­νο για να βελ­τιώ­σουν την προ­φο­ρά τους στα ρω­σι­κά. Στο τέ­λος ό­μως οι κό­ποι ό­λων δι­καιώ­θη­καν. Για άλ­λη μια φορά το αρ­μενι­κό θαύ­μα εί­χε ξα­να­γί­νει. Ειδι­κά στις αρ­με­νι­κές συ­νοι­κί­ες της Τι­φλί­δας όπου δια­δρα­μα­τι­ζό­ταν η ται­νί­α, οι κά­τοι­κοι ή­ταν κα­τεν­θουσια­σμέ­νοι. Κα­τά τη διάρ­κεια των προ­βο­λών, πολ­λοί α­πό αυ­τούς έ­πι­ναν κρα­σί και τρα­γου­δού­σαν τα τρα­γού­δια των Κι­ντό μα­ζί με τους ή­ρω­ες της ται­νί­ας στο πα­νί, κά­νο­ντας δυσ­διά­κρι­τα τα ό­ρια μετα­ξύ κοι­νού και ο­θό­νης. Ο Μπε­κνα­ζα­ριάν δε χόρ­ται­νε να πη­γαί­νει στις προβολές ιν­κό­γκνι­το και να χα­ζεύ­ει τους θε­ατές, α­δυ­να­τώ­ντας κά­θε φο­ρά να κρα­τή­σει τα δά­κρυα χα­ράς. Ή­ταν έ­νας α­λη­θι­νός θρί­αμβος!

Και ύ­στε­ρα ήρ­θε η πα­ρακ­μή

Το κι­νη­ματο­γρα­φι­κό μέλ­λον του Μπεκνα­ζα­ριάν δια­γραφόταν λα­μπρό. Εί­χε κα­τα­φέ­ρει να τρα­βή­ξει την προ­σο­χή ακό­μη και του η­γέ­τη της Σο­βιε­τι­κής Έ­νω­σης. Ο ί­διος ο Στά­λιν δια­μή­νυ­σε στους συ­ντε­λε­στές του «Πέ­πο», ό­τι ε­πι­θυ­μού­σε να γυ­ρί­σουν μια ι­στο­ρι­κή ται­νί­α υ­ψη­λών προ­δια­γρα­φών που θα ε­ξυ­μνού­σε την Ο­κτω­βρια­νή ε­πα­νά­στα­ση. Και ε­νώ ό­λα ή­ταν έ­τοι­μα για να ξε­κι­νήσουν αυ­τό το φι­λό­δο­ξο σχέ­διο, ο ανα­ντι­κα­τά­στα­τος συ­νερ­γά­της του Μπε­κνα­ζα­ριάν, Α­γκα­σί Κα­ντζιάν πέ­θα­νε κά­τω α­πό μυ­στη­ριώ­δεις πε­ρι­στά­σεις. Λί­γο αρ­γό­τε­ρα, έ­νας άλ­λος συλ­λαμ­βά­νε­ται - ό­πως συ­νη­θι­ζόταν ε­ξάλ­λου ε­κεί­νο τον και­ρό σε ό­λη την χώ­ρα. Ο ί­διος ο Μπε­κνα­ζα­ριάν εί­χε προ­σα­χθεί πά­μπολ­λες φο­ρές. Σε μια α­πό τις προ­σα­γω­γές του μά­λι­στα, ο ε­πι­θε­ω­ρη­τής που τον α­νέ­κρι­νε, έ­σκι­σε μπρο­στά στα μά­τια του το έ­νταλ­μα σύλ­λη­ψης, λέ­γο­ντας α­πλά ό­τι ε­κτι­μά­ει πο­λύ το έρ­γο του και λα­τρεύ­ει τις ται­νί­ες του. Κά­τω α­πό αυ­τές τις συν­θή­κες, ο Α­μό ο­λο­κλή­ρω­σε τε­λι­κά την ται­νί­α με τί­τλο «Ζαν­κε­ζούρ», η ο­ποί­α παρ’ ό­λες τις θε­τι­κές κρι­τι­κές που α­πέ­σπα­σε, ή­ταν σα­φές ό­τι δεν α­νήκε στη χρυ­σή ε­πο­χή του Μπε­κνα­ζα­ριάν.

Η συ­νέ­χεια ή­ταν ε­ξί­σου «ά­νο­στη» με το ντο­κι­μα­ντέρ «Οι χω­ρι­κοί» και την ται­νί­α «Σα­μπουκί». Το ε­πό­με­νο και μεγα­λε­πή­βο­λο σχέ­διό του εί­χε τον ό­νο­μα «Ντα­βί­τ-Μπεκ», με βα­σι­κό θέ­μα τους α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κούς α­γώ­νες των Αρμε­νί­ων ενα­ντί­ων των Περ­σών στις αρ­χές του 18ου αιώνα. Ή­ταν πο­λύ ση­μα­ντι­κό που η ταινί­α έ­λα­βε την έ­γκρι­ση της κυ­βέρ­νη­σης και μά­λι­στα ε­πει­δή ο Β΄ Πα­γκό­σμιος Πό­λε­μος ή­ταν τό­τε σε ε­ξέ­λι­ξη και το κοι­νό δι­ψού­σε για ται­νί­ες πα­τριω­τι­κού πε­ριε­χο­μέ­νου, η α­πο­δο­χή της ή­ταν δε­δο­μέ­νη και α­πέ­σπα­σε πολ­λά κρα­τι­κά βρα­βεί­α.

Το τέ­λος μια ε­πο­χής, η αρ­χή μιας άλ­λης

Η λα­χτά­ρα του Μπε­κνα­ζα­ριάν ό­μως ή­ταν να γυρί­σει μια α­κό­μη ε­πι­κή ται­νί­α με κε­ντρι­κό ή­ρω­α τον στρα­τη­λάτη Βαρ­τάν Μα­μι­γκο­νιάν. Δυ­στυ­χώς το ό­νει­ρο έμει­νε α­νεκ­πλή­ρω­το, διό­τι με­τά τον πό­λε­μο, η βιο­μη­χα­νί­α κι­νη­ματο­γρά­φου μπή­κε «στον πά­γο». Ο σκη­νο­θέ­της υ­πο­χρε­ώ­θη­κε α­πό την κυ­βέρ­νη­ση να γυ­ρί­σει μια σει­ρά α­νέμπνευ­στων ντο­κι­μα­ντέρ χα­μη­λής καλ­λιτε­χνι­κής α­ξί­ας, ε­νώ δεν του ε­πε­τρά­πη να σκη­νο­θε­τή­σει ού­τε μια ται­νί­α σχε­τι­κά με τον Σου­ρέν Σπα­ντα­ριάν, μέ­λος του κο­μμου­νι­στι­κού κόμ­μα­τος. Η α­σφυ­κτι­κή πε­ρί­οδος καλ­λι­τε­χνι­κής λο­γο­κρι­σί­ας του Στα­λι­νι­σμού εί­χε σα­ρώ­σει τα πά­ντα. Το τε­λευ­ταί­ο χτύ­πη­μα ήρ­θε με την ται­νί­α «Το Δεύ­τε­ρο Κα­ρα­βά­νι» σχε­τι­κά με τον ε­πανα­πα­τρι­σμό των Αρμε­νί­ων της Δύ­σης. Ε­κα­τομ­μύ­ρια ρού­βλια ξο­δεύ­τη­καν και ε­νώ η πα­ρα­γω­γή εί­χε φτά­σει στα τε­λειώ­μα­τα, προσέ­κρου­σε τε­λι­κά στο βρά­χο που λε­γό­ταν Στά­λιν. Α­πλά δεν του ά­ρε­σε το σε­νά­ριο…

Ο Μπε­κνα­ζα­ριάν έ­φυ­γε α­πό την Armenfilm, για να κα­τα­λή­ξει να γυ­ρί­σει με­ρι­κά ακό­μη α­σή­μαντα ντο­κι­μα­ντέρ. Πά­ντως για προ­λη­πτι­κούς και μη, το κο­ντέρ της φιλ­μο­γρα­φί­ας του τερμά­τι­σε στον α­ριθ­μό 13. Η τε­λευ­ταί­α του ται­νί­α με τί­τλο «Ο Νασ­ρεντίν Χό­τζας» υ­πήρ­ξε η μο­να­δι­κή έγ­χρω­μη. Το 1965 α­πο­χαι­ρέ­τη­σε τον μά­ταιο ­τού­το κό­σμο, υ­πο­χρε­ωμέ­νος σε α­πό­συρ­ση, μα­κριά α­πό τους αγα­πη­μέ­νους του, στη Μό­σχα. Μια ο­λό­κλη­ρη ε­πο­χή έ­φυ­γε μα­ζί του, ό­μως ο αρμε­νι­κός κι­νη­μα­το­γρά­φος δεν εί­χε πει την τε­λευ­ταί­α του λέξη. Μια νέ­α γε­νιά νέ­ων και τα­λα­ντού­χων σκη­νο­θε­τών ξε­κινού­σε το δι­κό της τα­ξί­δι, βα­δί­ζοντας στα χνά­ρια του Α­μό Μπε­κνα­ζα­ριάν, γο­η­τευ­μέ­νη α­πό την πα­ρα­κα­τα­θή­κη του, ό­πως έ­να παι­δί κά­πο­τε μα­γεύ­τη­κε α­πό το θαύ­μα του σε­λι­λό­ι­ντ μέ­σα σε μια ξύ­λι­νη σι­τα­πο­θή­κη.

Share
 

Για να εξασφαλίσουμε τη σωστή λειτουργία του ιστότοπου, μερικές φορές τοποθετούμε μικρά αρχεία δεδομένων στον υπολογιστή σας, τα λεγόμενα «cookies». Οι περισσότεροι μεγάλοι ιστότοποι κάνουν το ίδιο. Περισσότερα...

"Δέχομαι"


ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΙΒΛΙΩΝ


διαφήμιση στο αρμενικά

armenian community

Online Επισκέπτες

Έχουμε 41 επισκέπτες συνδεδεμένους