Ο Ξεριζωμός της Κιλικίας Σις-Σμύρνη-Κοκκινιά Εκτύπωση E-mail

 

Μαρ­τυ­ρί­α: Α­σα­ντούρ Ε­μπε­γιάν

Oκτώβριός - Δεκέμβριός 2012 τεύχος 75

 

Ό­λα ό­σα σας γρά­φω μας τα δι­ηγεί­το η μη­τέ­ρα μου και ό­λοι ε­κεί­νοι που έ­ζη­σαν τη γε­νο­κτο­νί­α και τους διωγ­μούς. Αυ­τά που έ­ζη­σαν σφρά­γι­σαν για πά­ντα τη ζω­ή τους και τη ζω­ή μας. Ξε­ρι­ζωμός, κού­ρα­ση, πεί­να, δί­ψα, πένθος και κυ­ρίως φό­βος. Μα ορ­θο­πο­δή­σαμε και προ­κό­ψαμε, ό­πως ό­λοι οι Μι­κρα­σιά­τες, πα­ρά τις θλιβε­ρές μας ε­μπει­ρί­ες

 

Στο δρό­μο της προ­σφυ­γιάς

 

Η οι­κο­γέ­νειά μου κα­τά­γε­ται α­πό την πό­λη Σις (Κο­ζάν), άλ­λο­τε πρω­τεύ­ουσα της Κι­λι­κί­ας στη Μι­κρά Α­σί­α. Ε­κεί έ­δρευε το Αρ­με­νι­κό Πα­τριαρ­χεί­ο ό­που κά­θε ε­πτά χρό­νια πα­ρα­σκευαζόταν το Ά­γιο Μύ­ρο. Κα­τά τα τέ­λη του 1921 υ­πο­γρά­φη­κε η συμ­φω­νί­α της Ά­γκυ­ρας με­τα­ξύ του Κε­μάλ Α­τα­τούρ­κ,των Άγ­γλων και Γάλ­λων. Με τη συμ­φω­νί­α αυ­τή πα­ρα­δό­θη­κε η Κι­λι­κί­α στους κε­μαλικούς και εκ­διώ­χθη­καν α­πό τα σπί­τια τους ό­λοι οι Αρ­μέ­νιοι και εν γέ­νει οι χρι­στια­νοί της Κι­λι­κί­ας. Ό­σοι αρ­νού­νταν να φύ­γουν, ε­κτε­λού­νταν. Ό­λοι ή­ταν τρο­μο­κρα­τη­μέ­νοι. Τούρ­κοι και Κούρ­δοι άρ­πα­ζαν τα κο­ρί­τσια, τα χτυ­πού­σαν ή τα βί­α­ζαν. Ό­σοι δεν μπο­ρού­σαν να περ­πα­τή­σουν, τους χτυ­πού­σαν και τους σκό­τω­ναν στους δρό­μους. Κα­τά τον διωγ­μό, περ­πα­τού­σαν μα­ζί η μη­τέ­ρα μου Μα­ξίμ, οι τρεις με­γά­λες μου α­δερ­φές, Α­λίς, Α­ζα­ντου­ή και Λου­σα­τζίν, η για­γιά μου α­πό τον πα­τέ­ρα μου Γεγισαπέτ, ο θεί­ος Α­σα­ντούρ, α­δερ­φός του πα­τέ­ρα μου, η γυ­ναί­κα του και τα δυο τους παι­διά Σέρ­κο και Λου­σα­τζίν. Ο πα­τέ­ρας μου Αρ­σέν δεν ή­ταν μα­ζί, τον εί­χαν συλ­λά­βει νωρί­τε­ρα οι Τούρ­κοι. Ή­ταν κου­ρέ­ας, μι­λού­σε κι έ­γρα­φε πο­λύ κα­λά αγ­γλι­κά (ή­ταν μορ­φω­μέ­νος άν­θρω­πος) και ευ­τυχώς οι Άγ­γλοι τον πήραν α­πό τους Τούρ­κους ως κου­ρέ­α κι έ­μει­νε με αυ­τούς, χω­ρίς ό­μως να μπο­ρεί να έ­χει ε­πι­κοι­νω­νί­α με την υ­πό­λοι­πη οι­κο­γέ­νεια. Τη μη­τέ­ρα μου την εί­χαν ντύ­σει με έ­να παλιό φαρ­δύ φό­ρε­μα, σαν γριά, και τα τρί­α της παι­διά τα εί­χε συ­νε­χώς κρυμ­μέ­να κά­τω α­πό τη φού­στα της, δα­σκαλεύ­οντάς τα πως ό,τι κι αν γί­νει να μη βγά­λουν ά­χνα. Περ­πα­τού­σαν με­ρό­νυ­χτα, τις νύ­χτες περ­νού­σαν πά­νω α­πό πτώ­μα­τα πε­σμέ­να στο διά­βα τους, διό­τι δεν έ­βλε­παν τίπο­τε μέ­σα στο σκο­τά­δι.

Την ημέ­ρα ο ή­λιος έ­και­γε και τη νύ­χτα το α­γιά­ζι ή­ταν α­νυ­πό­φο­ρο. Κά­ποια στιγ­μή, η για­γιά μου εί­χε κα­θί­σει σε έ­να βρα­χά­κι. Τό­τε, έ­φτα­σαν Τούρ­κοι και Κούρ­δοι στρα­τιώ­τες. Ο θεί­ος μου Ασα­ντούρ ζα­λι­ζό­ταν και πο­νού­σε φρι­χτά το κε­φά­λι του: “αχ, το κε­φά­λι μου” πα­ρα­πο­νιό­ταν. Τον ά­κου­σαν οι Κούρ­δοι και τον χτύπη­σαν πο­λύ δυ­να­τά με τα όπλα τους και ε­κεί­νος έ­πε­σε κάτω. Η για­γιά μου χτυ­πού­σε τα γό­να­τά της λέ­γο­ντας: “αχ ο γιος μου!” (βαχ ογλούμ!). Τό­τε, ο Τούρ­κος α­ξιω­μα­τι­κός κα­τε­βαί­νει α­πό το ά­λο­γό του, βγά­ζει το σπα­θί του, α­πο­κε­φα­λί­ζει τον Α­σα­ντούρ και πε­τά­ει το κε­φά­λι στη για­γιά μου, λέ­γο­ντας: “Πάρε τον γιο σου, γκια­ού­ρισ­σα!” (Αλ ο­γλου­νού γκια­ούρ!). Τα παι­διά του, που εί­δαν ό­λη τη σκη­νή, α­γκά­λια­σαν σφι­χτά τη μά­να τους κι άρ­χι­σαν να φω­νά­ζουν “μα­μά, μα­μά...”. Δυ­στυ­χώς έ­τσι α­πο­κα­λύ­φθη­καν, κι α­μέ­σως οι Κούρ­δοι έ­πε­σαν πά­νω τους, άρ­πα­ξαν μά­να και παι­διά και έ­φυ­γαν. Η σκη­νή αυ­τή ή­ταν ό,τι πιο φρι­χτό κι α­πάνθρω­πο εί­χαν ζή­σει οι δι­κοί μου κι όσοι ή­ταν μάρ­τυ­ρες ε­κεί. Η μη­τέ­ρα μου πήγε κο­ντά στη για­γιά μου που θρη­νού­σε α­πα­ρη­γό­ρη­τη: “Έ­χα­σα τον έ­να μου γιο (δεν γνώ­ρι­ζε τι εί­χε α­πο­γί­νει ο πα­τέ­ρας μου) και σκό­τω­σαν τον άλ­λο μου γιο μπρο­στά στα μά­τια μου...” Έ­πρε­πε ό­μως α­μέ­σως να συ­νε­χί­σουν το δρό­μο προς το ά­γνω­στο, με συ­νάν­θρωπους που οι πε­ρισ­σό­τε­ροι εί­χαν υ­πο­στεί α­νά­λο­γες κα­κο­ποι­ή­σεις. Ή­ταν πο­λύ δύ­σκο­λο. Η για­γιά μου χά­θη­κε τε­λι­κά μέ­σα στο πλή­θος. Η μη­τέ­ρα μου μά­ταια την έ­ψα­χνε, δεν ή­ξε­ρε τι να κά­νει. Έ­μα­θε μετά ό­τι εί­χε δώ­σει τέ­λος στη ζω­ή της. Φω­νά­ζο­ντας “τους έ­χα­σα ό­λους, δεν τη θέ­λω τη ζω­ή!”, έ­πε­σε α­πό έ­να ψη­λό βρά­χο.

Κατά την πο­ρεί­α, ό­ταν περ­νού­σαν α­πό τα χω­ριά, κά­ποιες γυ­ναί­κες με μα­ντί­λα (μου­σουλ­μά­νες) ορ­μού­σαν κα­ταπά­νω τους και τρα­βού­σαν τα σκου­λα­ρί­κια τους, λέ­γο­ντας: “γκια­ού­ρισ­σα, δώ­στα μου αυ­τά”. Πολ­λές γυ­ναί­κες εί­χαν γι’ αυ­τό το λό­γο τα αυ­τιά τους σχι­σμέ­να και α­ντί­στοι­χα οι άν­δρες το δά­κτυ­λό τους κομ­μέ­νο ε­πει­δή φο­ρού­σαν δα­κτυ­λί­δι. Θυ­μά­μαι μια γυ­ναί­κα που δεν γε­λού­σε πο­τέ. Ή­ταν πο­λύ κα­λή κι ευ­γε­νι­κή, μα τι να το κά­νεις, εί­χαν σκο­τώ­σει τον ά­ντρα και τους γο­νείς της μπρο­στά στα μά­τια της και εί­χαν αρ­πά­ξει το μω­ρό α­πό την α­γκα­λιά της. Και πόσες άλ­λες πε­ρι­πτώ­σεις και χει­ρό­τε­ρες α­κό­μα. Η μη­τέ­ρα μου έ­φυ­γε α­πό τη ζω­ή το 1984 και μέ­χρι τό­τε ξυ­πνού­σε κά­θε βρά­δυ στον ύ­πνο της τρο­μαγ­μέ­νη και φώ­να­ζε: “...έρ­χο­νται, έρ­χο­νται οι Κούρ­δοι!” κα­μιά φο­ρά έ­λε­γε και “...οι Τούρ­κοι!”. Ε­μείς ξυ­πνού­σα­με και την κα­θη­συ­χά­ζα­με.

Με­τά α­πό τα­λαι­πω­ρί­α μη­νών έφτασαν στη θά­λασ­σα, στοι­βάχτη­καν σε έ­να κα­ρά­βι και σάλ­παραν (μάλ­λον από το λι­μά­νι της Ταρ­σού, Νταρ­σόν το έ­λε­γαν). Α­πό κει, σε ό­ποιο λι­μά­νι κι αν σί­μωναν, κα­νέ­να κρά­τος δεν τους δε­χόταν. Η Με­σό­γειος έ­μοια­ζε με α­φι­λό­ξε­νη έ­ρη­μο.... Τα­ξί­δευαν μή­νες και πά­νω στο πλοί­ο κυ­ριαρ­χού­σε μό­νο θλίψη, α­βε­βαιό­τη­τα και πεί­να. Σ’ αυ­τό το κα­ρά­βι και σ’ αυ­τές τις συν­θή­κες γεν­νή­θη­κε η Μα­ρί­κα Νί­νου (Ευαγ­γε­λί­α Α­τα­μιάν)! Το κα­ρά­βι τε­λι­κά έ­πια­σε στη Σμύρ­νη. Κα­τέ­βηκαν ό­λοι, μα η κα­τα­στρο­φή δεν άργη­σε να φτά­σει κι ε­κεί. Το Σε­πτέμ­βρη του 1922 οι ορ­δές του Κε­μάλ σκό­τω­ναν α­λόγι­στα στο διά­βα τους. Φό­βος, αρ­πα­γές και πολ­λά που δεν μπο­ρώ να τα περι­γρά­ψω. Κα­τά την κα­τα­στρο­φή της Σμύρ­νης οι δι­κοί μας κα­τά­φε­ραν και μπή­καν σε έ­να κα­ρά­βι που τους πέ­ρα­σε α­πέ­ναντι στη Μυ­τι­λή­νη. Ε­κεί έ­μει­ναν σε τσαντί­ρια για κά­μπο­σο και­ρό και με­τά τους με­τέ­φε­ραν στον Πει­ραιά, στην Κοκ­κι­νιά.

 

Η ζω­ή στην Ελ­λά­δα

 

Στο με­τα­ξύ, οι Άγ­γλοι με­τά α­πό λί­γο και­ρό ά­φη­σαν ε­λεύ­θε­ρο τον πα­τέ­ρα μου, ο ο­ποί­ος ήρ­θε στον Πει­ραιά και βρή­κε την οι­κο­γέ­νειά του. Ε­δώ στην Ελ­λά­δα γεν­νή­θη­κε πρώ­τα ο α­δερ­φός μου Χα­ρου­τιούν (οι γεί­το­νες τον έ­λεγαν Α­νέ­στο ή Τά­σο) και στη συ­νέ­χεια ε­γώ. Πή­γα­με στο εθνι­κό αρ­με­νι­κό σχο­λεί­ο που ή­ταν δίπλα στον Ά­γιο Ιά­κω­βο (Σουρ­π Α­γκόπ), την αρ­με­νι­κή εκ­κλη­σί­α της Κοκκι­νιάς. Στο ίδιο σχο­λεί­ο μα­θή­τευ­σε και η Ευαγ­γε­λί­α Α­τα­μιάν η ο­ποί­α κά­θε Κυ­ρια­κή έ­ψελνε στην εκ­κλη­σί­α μας.

Ο πα­τέ­ρας μου έ­στει­λε τον α­δερ­φό μου στην Ε­μπο­ρι­κή Σχο­λή, ό­ταν τέ­λειωσε το δη­μο­τι­κό, διό­τι ή­ταν ά­ρι­στος μαθη­τής. Ύ­στε­ρα α­πό με­ρι­κά χρό­νια ό­μως, το 1937, τον πή­ρε απ’ τη σχο­λή διό­τι ή­ταν η ε­πο­χή της Ε.Ο.Ν.*, ο­πό­τε έ­πρε­πε να ε­ντα­χθούν ό­λοι οι μα­θη­τές σ’ αυ­τήν και ο πα­τέ­ρας μου δεν συμ­φω­νού­σε. Έ­τσι ο Χα­ρου­τιούν δεν συ­νέ­χι­σε τις σπου­δές του, αλ­λά άρ­χι­σε να βο­η­θά­ει τον πα­τέ­ρα μου στο κου­ρεί­ο.

Ό­λοι στην οι­κο­γέ­νεια ερ­γα­ζό­μα­σταν πο­λύ σκλη­ρά για να βγά­λου­με το ψω­μί μας. Στο σπί­τι η μη­τέ­ρα μου, οι α­δερ­φές μου κι ε­γώ δου­λεύ­α­με μέ­ρα νύ­χτα φό­δια (κορ­δε­λιά­στρες). Ο πα­τέ­ρας μου εί­χε α­νοί­ξει κουρείο στην ο­δό Ψα­ρών 4 και Κον­δύ­λη (σή­με­ρα ο­δός 7ης Μαρ­τί­ου 1944), στη Νέ­α Κοκ­κι­νιά (Νί­καια). Με τον α­δερ­φό μου βο­η­θού­σα­με και τον πα­τέ­ρα μας, ό­σο μπο­ρού­σα­με.

Ο Μάρ­κος Βαμ­βα­κά­ρης ερ­χό­ταν κα­μιά φο­ρά και κου­ρευό­ταν στο μα­γα­ζί μας. Τον εί­χα συ­να­ντή­σει αρ­κε­τές φο­ρές τό­τε, θα ‘μουν κο­ντά 8 ε­τών, δεν κα­τα­λά­βαι­να και πολ­λά πράγ­ματα ό­ταν τα άλ­λα παι­διά στη γει­το­νιά έ­λε­γαν “Αυ­τός εί­ναι ο Μάρ­κος!”, εγώ κά­ποια φο­ρά ρώ­τη­σα “Ποιος εί­ναι ο Μάρ­κος;” τό­τε έ­μα­θα πως “...ο Μάρ­κος παί­ζει μπου­ζού­κι και λέ­ει χα­σικλί­δι­κα τρα­γού­δια...”, μα πά­λι δεν κα­τα­λά­βαινα τί­πο­τα.

Ο α­δερ­φός μου με τους φί­λους του μι­λού­σαν συ­χνά για τον Μάρ­κο, μέ­χρι που ο Χα­ρου­τιούν έ­μα­θε να παί­ζει πο­λύ κα­λά μπου­ζού­κι. Εί­χε α­γο­ρά­σει έ­να α­πό τον Λευ­τέ­ρη (ή­ταν καλός μπου­ζου­ξής ο Λευ­τε­ρά­κης, με βραχνή φω­νή και έ­παι­ζε με τον Μάρ­κο). Το πρώ­το τρα­γού­δι που εί­χε μά­θει ο α­δερφός μου ή­ταν το “Μαύ­ρα μά­τια, μαύ­ρα φρύ­δια” και με­τά το “Μπου­ζού­κι μου δι­πλό­χορδο”. Ο Μάρ­κος του εί­χε μά­θει αρκετά. Ε­πί­σης, του εί­χε δι­η­γη­θεί πολ­λά α­πό τη ζω­ή του.

Το τρα­γού­δι “Γκελ-γκελ κα­ϊ­κτσί” του Χα­τζη­χρή­στου εί­ναι έ­να τρα­γού­δι α­πό την αρ­με­νι­κή ο­πε­ρέ­τα “Ο Στρα­γα­λάς - Λε­μπλε­μπι­τζί Χορ Χορ Α­γά”, που εί­χε γρά­ψει το 1876 ο Τσου­χατζιάν. Το έρ­γο αυ­τό εί­χε πλα­τιά α­πή­χη­ση και ά­ρε­σε πο­λύ. Το 1938-39 στον κι­νη­μα­το­γρά­φο “Κρυ-στάλ” (σή­με­ρα Κοκ­κι­νιώ­τισ­σα) στην ο­δό Κον­δύ­λη στην Κοκ­κι­νιά, Αρ­μέ­νιοι η­θο­ποιοί έ­δι­ναν πα­ρα­στά­σεις αυ­τής της ο­πε­ρέ­τας, στην τουρ­κι­κή γλώσ­σα, με με­γά­λη ε­πι­τυ­χί­α. Το 1960 έ­νας σύλ­λο­γος Αρ­με­νί­ων της Θεσ­σα­λο­νί­κης έ­δω­σε μια μο­να­δι­κή παρά­στα­ση του έρ­γου αυ­τού στο θέ­α­τρο “Κε­ντρι­κόν” στην Α­θή­να, στα αρ­με­νι­κά.

Στη Γερ­μα­νι­κή κα­το­χή, στις 17 Αυ­γού­στου 1944, έπιασαν τον α­δερ­φό μου στο μπλό­κο της Κοκ­κι­νιάς και τον με­τέ­φε­ραν στο Χα­ϊδά­ρι. Ό­ταν α­πο­χώ­ρησαν οι Γερ­μα­νοί, ό­λοι οι κρα­τού­με­νοι ε­λευ­θε­ρώ­θη­καν. Την πε­ρί­ο­δο του εμ­φυ­λί­ου ό­μως, τους συλ­λά­βα­νε και πά­λι. Τον Χα­ρου­τιούν τον κρά­τη­σαν αρ­χι­κά στις φυ­λα­κές Κά­στο­ρος στον Πειραιά, με­τά α­πό με­ρι­κούς μή­νες τον πή­γαν στην Αί­γι­να, ό­που έ­μει­νε με­ρι­κά χρόνια, κα­τό­πιν στα Γιού­ρα και τέ­λος στη Μα­κρό­νη­σο. Τους βα­σά­νι­σαν πο­λύ. Τα ε­λά­χι­στα λε­φτά που βγά­ζα­με τα δί­να­με σε δι­κη­γό­ρους, χω­ρίς ό­μως αποτέλεσμα. Κά­ποια στιγ­μή βρή­κα έναν πο­λύ κα­λό δι­κη­γό­ρο, τον Θε­ό­δω­ρο Μπα­γλα­νέ­α. Ο άν­θρω­πος αυ­τός, χω­ρίς να μου ζη­τή­σει χρή­μα­τα, έ­κα­νε τα πά­ντα και κα­τά­φε­ρε τε­λι­κά να τον βγά­λει α­πό τη φυ­λα­κή το 1955 (εί­χε κα­τα­δι­κα­στεί α­πό το στρα­το­δι­κεί­ο σε 20 χρό­νια φυ­λά­κι­ση). Τον Θε­ό­δωρο Μπαγλα­νέ­α τον θυ­μό­μαστε πά­ντα με ευ­γνω­μο­σύ­νη. Το Σε­πτέμ­βριο του 1956, ε­κτό­πι­σαν και πάλι τον α­δερ­φό μου, αυ­τή τη φορά στη Μά­νη. Η ε­κτό­πιση ή­ταν επ’ α­ό­ρι­στον και γι’ αυ­τό έ­πρε­πε να πα­ρου­σιά­ζε­ται κά­θε μέ­ρα στο α­στυ­νο­μι­κό τμή­μα της Μά­νης. Και πά­λι ο δι­κη­γό­ρος αυ­τός έ­κανε το παν και 6 μή­νες αρ­γό­τε­ρα κα­τά­φε­ρε να τον α­παλ­λά­ξει. Ό­μως, ο α­δερ­φός μου εί­χε τα­λαι­πω­ρη­θεί τό­σο πο­λύ, που αρ­ρώ­στη­σε βα­ριά και με­ρι­κά χρό­νια αρ­γό­τε­ρα πέ­θα­νε.

*Ε.Ο.Ν. (Εθνι­κή Ορ­γά­νω­σις Νε­ολαί­ας): Ορ­γά­νω­ση νέ­ων που ι­δρύ­θη­κε α­πό το δι­κτα­το­ρι­κό κα­θε­στώς του Ιω­άν­νη Με­τα­ξά με σκο­πό να δια­μορ­φώ­σει τους νέ­ους σε πα­τριώ­τες και υ­πο­στη­ρι­κτές του κα­θε­στώ­τος. Οι νέ­οι ή­ταν υ­πο­χρε­ω­μέ­νοι να χαι­ρε­τούν ό­πως οι να­ζί.

 

O Α­σα­ντούρ Ε­μπε­γιάν για την Μαρίκα Νίνου

Η Ευαγ­γε­λί­α Α­ταμιάν έ­γι­νε γνω­στή με το καλ­λιτε­χνι­κό ό­νο­μα Μα­ρί­κα Νί­νου. Το πλοί­ο που με­τέ­φε­ρε τους ξε­ρι­ζω­μέ­νους Αρ­μέ­νιους της Κι­λι­κί­ας, το 1922, τα­ξί­δευε ε­πί μή­νες και κα­νέ­να λι­μά­νι δεν τους δε­χόταν. Κά­ποια στιγ­μή α­κού­στη­κε το κλά­μα ε­νός νε­ο­γέν­νη­του μω­ρού. Ύ­στε­ρα α­πό τό­σες δυ­στυ­χί­ες αυ­τό ή­ταν το μό­νο χαρ­μό­συ­νο γε­γο­νός. Το μω­ρό, έ­να κο­ρι­τσά­κι, βαφτί­στη­κε στο πλοί­ο α­πό έ­ναν αρ­μέ­νιο ιε­ρέ­α. Ο ί­διος ο κα­πε­τάνιος ζή­τη­σε να γίνει νο­νός του μω­ρού και ε­πει­δή το πλοί­ο του λεγό­ταν Ευαγ­γε­λί­στρια, έ­δω­σε στο μω­ρό το ό­νο­μα Ευαγ­γε­λί­α. Έ­τσι γεν­νή­θη­κε η Ευαγ­γελί­α Α­τα­μιάν, η γνω­στή σε ό­λους Μα­ρί­κα Νί­νου. Το πλοί­ο έ­δε­σε τε­λι­κά στη Σμύρ­νη λί­γο πριν τη με­γά­λη κα­τα­στρο­φή. Η μη­τέ­ρα της ή­ταν α­πό την πό­λη Σις της Κι­λι­κί­ας, ε­νώ ο πα­τέ­ρας της, Χά­ικ Α­τα­μιάν, α­πό την Και­σά­ρεια, ή­ταν ω­ρο­λο­γο­ποιός (“σα­αττζί Χά­ικ” τον ή­ξε­ραν ό­λοι). Ο Χάικ Α­τα­μιάν σκο­τώ­θη­κε α­πό τους Τούρ­κους κα­τά την κα­τα­στρο­φή της Σμύρ­νης.

Η Ευαγ­γε­λί­α Α­τα­μιάν ε­γκα­τα­στά­θη­κε στην Κοκ­κι­νιά. Μα­θή­τευ­σε στο αρ­μενικό σχο­λεί­ο και ή­ταν πο­λύ κα­λή μα­θή­τρια, α­γα­πη­τή σε ό­λους. Ο δά­σκα­λός μας κά­ποια στιγ­μή ό­ταν κα­τά­λα­βε πό­σο κα­λά τρα­γουδού­σε, της έ­μα­θε να παί­ζει μα­ντο­λί­νο (ό­λα τα κο­ρί­τσια στο σχολεί­ο μας μά­θαι­ναν τό­τε μα­ντο­λί­νο και κέ­ντη­μα) και πολ­λά αρμενι­κά τρα­γού­δια. Η Ευαγ­γε­λί­α έ­ψελ­νε α­πό μι­κρή στον Ά­γιο Ιά­κω­βο (Σουρ­π Α­γκόπ) της Κοκ­κινιάς. Κά­θε Με­γά­λη Πέ­μπτη τρα­γου­δού­σε το τρο­πά­ρι και γέ­μι­ζε η εκ­κλη­σί­α α­πό κό­σμο που ερ­χό­ταν να την α­κούσει. Εί­χε θε­ϊ­κή φω­νή. Α­πό το Σις ή­ταν και ο Α­ρίς Α­παρ­τιάν, πα­τέρας του η­θο­ποιού Άρ­το Α­παρ­τιάν, που έ­φυ­γε πο­λύ νω­ρίς α­πό τη ζω­ή. Ή­ταν αξιο­πρε­πής οι­κο­γέ­νεια. Το 1921, πριν α­πό τον διωγ­μό της Κι­λι­κί­ας, οι Τούρ­κοι κρέ­μα­σαν τον παπ­πού του Άρ­το, τον ιε­ρέ­α και πολ­λούς άλ­λους, κο­ντά στο Σις. Ο Α­ρίς ή­ταν ορ­γα­νοποιός στην ο­δό Ρε­τσί­να και Κά­στο­ρος, στον Πει­ραιά. Θυ­μά­μαι α­μέ­σως με­τά τον γά­μο του, στις 18 Δε­κεμ­βρί­ου 1955, μια πα­ρέ­α φίλων πή­γα­με στο κέ­ντρο δια­σκέ­δασης “Τζί­μης ο Χο­ντρός” στην ο­δό Α­χαρ­νών, ό­που τρα­γου­δού­σε η Μα­ρί­κα Νίνου με τον Τσι­τσά­νη και την Μαρ­γα­ρώ­νη.

 

Σας δη­λώ­νω πως ό­τι έγρα­ψα εί­ναι πραγ­μα­τι­κά γε­γο­νό­τα

Με τι­μή, σε­βα­σμό και υ­πό­λη­ψη

Ε­μπε­γιάν Α­λέν Α­σα­ντούρ

 

Την μαρ­τυ­ρί­α του Α­σα­ντούρ Α­λέν Ε­μπε­γιάν ε­πι­με­λή­θη­κε η Κου­ήν Μι­να­σιάν.

Share
 

Για να εξασφαλίσουμε τη σωστή λειτουργία του ιστότοπου, μερικές φορές τοποθετούμε μικρά αρχεία δεδομένων στον υπολογιστή σας, τα λεγόμενα «cookies». Οι περισσότεροι μεγάλοι ιστότοποι κάνουν το ίδιο. Περισσότερα...

"Δέχομαι"


ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΙΒΛΙΩΝ


διαφήμιση στο αρμενικά

armenian community

Online Επισκέπτες

Έχουμε 71 επισκέπτες συνδεδεμένους