Άδανα 100 Εκτύπωση E-mail

Νουνιά Γεραμιάν

Τεύχος: Mάρτιος-Απρίλιος 2009

 

Τον Απρίλιο του 1909, στην επαρχία της Κιλικίας έλαβαν χώρα οι σφαγές των Αδάνων ενώ παράλληλα στην Κωνσταντινούπολη ξέσπασε μια μυστηριώδης εξέγερση, η οποία απεδόθη σε αντιδραστικές δυνάμεις, ειδικότερα σε θρησκευτικές και εχθρικές προς την επανάσταση των Νεοτούρκων του 1908. Η πρώτη φάση, εκτυλίχθηκε μεταξύ 14 και 16 Απριλίου. Ένα οπλισμένο πλήθος μουσουλμάνων επετέθη στην αρμενική συνοικία των Αδάνων. Οι Αρμένιοι αμυνόμενοι αντιστάθηκαν σε άλλες πόλεις και χωριά της Κιλικίας, όπου επίσης γίνονταν σφαγές.

Αυτή η πρώτη φάση, διεκόπη με την επέμβαση των στρατιωτικών δυνάμεων οι οποίες ωστόσο δεν σταμάτησαν την έκρηξη των βιαιοτήτων, καθώς από τις 25 έως τις 27 Απριλίου - και μετά την άφιξη των προερχομένων από την πρωτεύουσα συνταγματικών στρατευμάτων - εξελίχθη η δεύτερη φάση των σφαγών, οπότε η αρμενική συνοικία πυρπολήθηκε ολοσχερώς. Ο απολογισμός ήταν: 20.000 νεκροί στη συντριπτική τους πλειονότητα Αρμένιοι.

Η νέα κυβέρνηση προσπάθησε να ενοχοποιήσει το σουλτάνο ως υπεύθυνο τόσο για την απόπειρα της επαναστατικής ανταρσίας στην πρωτεύουσα όσο και για τις σφαγές των Αδάνων. Στην πραγματικότητα όμως χωρίς να μπορεί να το αποδείξει. Επιπλέον, δεν έπεισαν και ορισμένοι κύκλοι νεοτούρκων οι οποίοι άφηναν να εννοηθεί ότι τα θύματα καταζητούντο. Γρήγορα, με τη σιωπηλή συμφωνία των μεγάλων δυνάμεων, οι οποίες είχαν προξενεία στα Άδανα, οι σφαγές - στην καλύτερη περίπτωση - χαρακτηρίστηκαν ως ένα δυσάρεστο επεισόδιο, θεωρώντας τες ως μία από τις τελευταίες αναταραχές του παρελθόντος, οι οποίες δεν θα μπορούσαν φυσικά να υποθηκεύσουν το μέλλον.

 

 

Οι «...Καλοί Επιζήσαντες» των Αδάνων

Το ίδρυμα «Χράντ Ντινκ»* οργάνωσε στο πανεπιστήμιο της Κωνσταντινουπόλεως μια συνδιάσκεψη με θέμα την κοινωνικοοικονομική ιστορία των Αδάνων, όπου οι Αρμένιοι ζούσαν, πριν από το 1909, αμέριμνοι.

Ένα από τα προτεινόμενα πεδία έρευνας του Διεθνούς Ιδρύματος «Χράντ Ντινκ» αφορούσε τις οικονομικές συνέπειες εξ’ αιτίας της εξαφανίσεως των Αρμενίων της Κιλικίας μετά το 1915.

Των επίσημων εργασιών της συνδιασκέψεως, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 21 και 22/11/2008, προηγήθηκε ένα εισηγητικό συνέδριο το οποίο αναφερόταν στην κοινωνικοοικονομική ιστορία των Αδάνων και των περιχώρων κατά τον 19ο αιώνα. Στο πλευρό των: Χίλμαρ Κάιζερ Μελτέμ Τοκιούζ, Χαλίς Ακντέρ και Ζαφέρ Τοπράκ, δυο εξαίρετοι αρμένιοι ερευνητές συμμετείχαν σ’ αυτό το 2ημερο εργαστήριο, το οποίο συνδιοργανώθηκε από το πανεπιστήμιο του Βοσπόρου και το πανεπιστήμιο Μπιγκλί της Κωνσταντινουπόλεως: Ο Αρά Σαραφιάν και ο Βαχέ Ταστσιάν μίλησαν για τους Αρμενίους των Αδάνων.

 

Η εξαγωγή του βαμβακιού

Ο Αρά Σαραφιάν, στην παρουσίασή του τοποθετήθηκε με έμφαση στη σημαντική ανάπτυξη των Αρμενίων στα Άδανα τον 19ο και 20ο αιώνα, οι οποίοι εκπροσωπούσαν μια από τις σπουδαιότερες κοινότητες της οθωμανικής επαρχίας.

Αυτή η εκτόξευση ερμηνεύεται με όρους οικονομικούς λόγω της καλλιέργειας, της επεξεργασίας και της εξαγωγής του βαμβακιού του οποίου οι Αρμένιοι ήσαν ειδήμονες. Όμως, η κυριαρχία τους προήλθε επίσης και από την ιδιαίτερη προσπάθειά τους για μόρφωση.

Ήδη από το 1830, οι ηγέτες γύρω από το Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως κατάλαβαν το ρόλο-κλειδί της εκπαιδεύσεως ως απαραίτητο στοιχείο προόδου και το 1860 μια πραγματική μεταρρύθμιση ετέθη σε εφαρμογή και απέδωσε τους καρπούς της με τη διακήρυξη του εθνικού αρμενικού Συντάγματος, το οποίο απεδέχθη η οθωμανική εξουσία.

Η διδασκαλία εκλαϊκεύθηκε με την υιοθεσία μεθόδων ταχείας ανανεώσεως της σύγχρονης αρμενικής γλώσσας και της εκμαθήσεως μιας τουλάχιστον ξένης γλώσσας πέρα από την τουρκική.

Ασφαλώς, το επίπεδο των αρμενικών σχολικών ιδρυμάτων διέφερε ανάλογα με την οικονομική δυνατότητα και ενώ η φοίτηση δεν ήταν υποχρεωτική, παρά ταύτα το επίπεδο του αλφαβητισμού προόδευε. Έτσι, στην αρχή του 20ού αιώνα, σύμφωνα με τις πηγές του Πατριαρχείου της Κωνσταντινουπόλεως, στα Άδανα λειτουργούσαν 25 ενοριακά σχολεία με 1947 άρρενες μαθητές, 808 μαθήτριες και 69 δασκάλους. Το οποίο σημαίνει ότι αναλογούσε ένας δάσκαλος για 40 μαθητές. Επίτευγμα αξιόλογο ακόμα και για τα σημερινά δεδομένα.

Χωρίς να υπολογίζονται τα αρμενικά σχολεία των Ευαγγελικών, Καθολικών και Ιησουιτών.

Ενδεικτικά αναφέρουμε το σχολείο Αραμιάν, Απκαριάν, Μουσεγκιάν, το Αμερικανικό σχολείο, το σχολείο Σαιν-Πωλ και το σχολείο των Ιησουιτών των Αδάνων.

Οι Ορθόδοξοι, Καθολικοί ή Ευαγγελικοί Αρμένιοι των Αδάνων σύντομα κατάλαβαν ότι η επιμόρφωση ήταν το μέσον για την οικονομική και κοινωνική τους ανέλιξη.

Η πλειονότητα των παιδιών εγκατέλειπε το σχολείο στο τέλος της βασικής εκπαιδεύεως, γνωρίζοντας αρμενικά και τουρκικά και έχοντας τεχνικές ικανότητες, ενώ ορισμένοι εξακολουθούσαν τις σπουδές σε ιεραποστολικά αρμενικά κολλέγια ή σε κρατικά ιδρύματα για να σπουδάσουν ιατρική ή φαρμακευτική. Άλλοι προσέφευγαν σε ιδιωτικούς παιδαγωγούς.

Η επιμόρφωση της νεολαίας βοήθησε στην εξάπλωση της σύγχρονης αρμενικής γλώσσας και ιδιαίτερα στα Άδανα όπου μιλούσαν διαφορετικές αρμενικές διαλέκτους ή μόνο τουρκικά. Η σύγχρονη αρμενική γλώσσα συνετέλεσε στην ενοποίηση ακόμα και όταν οι ως άνω διάλεκτοι ή τα τουρκικά διατηρούσαν την επιρροή τους. Η κυριαρχία της βοηθούσε την πρόσβαση στα βιβλία τα οποία πραγματεύονταν ποικίλα θέματα όπως την καλλιέργεια των γεωμήλων, την παραγωγή μεταξιού, την υγεία και την υγιεινή, τη γεωμετρία, τις φυσικές επιστήμες καθώς επίσης και στη μετάφραση κλασικών λογοτεχνικών κειμένων. Αναμφίβολα, η είσοδος στη μόρφωση και στη γνώση, έδωσε ένα - κατά κάποιο τρόπο - πλεονέκτημα στους Αρμενίους σε σύγκριση με τους μουσουλμάνους γείτονές τους, στα πλαίσια της αναπτύξεως μιας καπιταλιστικής κοινωνίας στην περιοχή.

 

Στους αντίποδες του εθνικισμού

Στην παρέμβασή του, ο Βαχέ Ταστσιάν, υπογράμμισε εξ’ αρχής το παράδοξο της αρμενικής κοινότητας των Αδάνων, η ταυτότητα της οποίας, ούτως ειπείν, βρισκόταν στους αντίποδες του εθνικιστικού περιβάλλοντος. Είναι αξιοσημείωτο, ότι η προσέγγισή του προβλημάτισε και επιβεβαίωσε ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ένα πραγματικό προς μελέτη θέμα, το οποίο εγείρει πλήθος παραδοξοτήτων. Σε επίπεδο ταυτότητας, οι Αρμένιοι των Αδάνων στην πραγματικότητα είχαν κακή φήμη. Σύμφωνα με την επικρα-τούσα άποψη στην Κωνσταντινούπολη, δεν βρίσκονταν ούτε κοντά στην εκκλησία, ούτε κοντά στους εκλεκτούς διανοουμένους, ούτε κοντά στους επαναστάτες οι οποίοι στάλθηκαν στην περιοχή για να αφυπνίσουν την εθνική συνείδηση του λαού.

Πριν, όπως και μετά το 1909, τα στερεότυπα ήταν σχετικά αμετάβλητα: μιλούσαν τουρκικά χωρίς συμπλέγματα, ήταν χαρτοπαίκτες, ριψοκίνδυνοι και ...έπιναν ... ρακί. Για τους... εκλεκτούς! της Κωνσταντινουπόλεως, δεν υπήρχε τίποτε για να περιμένουν απ’ όλους αυτούς τους αλκοολικούς με τις συγκεχυμένες ροπές, οι οποίοι δεν ήταν γι’ αυτούς τίποτε άλλο παρά «μεταμφιεσμένοι Τούρκοι»...!!!

Δεν τους συγχωρούσαν το ότι δεν ανταποκρίνονταν στην ιδανική φυσιογνωμία του αρμένιου χωρικού ή του φενταΐ τον οποίο εξύψωνε η λογοτεχνία.

Αντιλαμβάνονταν την ετερογένειά τους ως παρακμιακή. Φυσικά, υπήρχαν κάποιες εξαιρέσεις στην επαρχία των Αδάνων όπως οι μικρές αγροτουπόλεις του Ζεϊτούν ή του Χατζίν, αλλά όπως σημείωσε ο ιστορικός, δεν απεδείκνυαν τίποτε.

Ωστόσο, σ’ αυτήν ακριβώς την επαρχία έλαβαν χώρα οι σφαγές των Αδάνων το 1909, ένα χρόνο μετά την επανάσταση των νεοτούρκων την οποία υποδέχθηκαν παντού με γενική χαρά και ευθυμία.

Απολογισμός: 20.000 νεκροί, οι αρμενικές συνοικίες των Αδάνων καταστράφηκαν, 200 χωριά στα περίχωρα πυρπολήθηκαν!!!

 

Ο όγκος των επιζησάντων

Σε ιστορικό επίπεδο, η διανόηση της Κωνσταντινουπόλεως ανακάλυψε με έκπληξη ότι οι πρώτες εξοντώσεις παραδόξως έπληξαν την, κατά την άποψή τους, πιο αφομοιωμένη κοινότητα. Το μέχρι πρότινος «αποπαίδι» μετεβλήθη σε «μάρτυρα», αλλά έχοντας παγιώσει μια «γελοιοποιητική» γνώμη για την παρουσία των ... «Αντανατσί», οι επί κεφαλής του έθνους ήταν ανίκανοι να ερμηνεύσουν όσα διακυβεύονταν στο κέντρο και στην περιφέρεια όπως και να κατανοήσουν την ταραχή των ηγετικών δυνάμεων στην Κιλικία.

Η άφιξη του Τζεμάλ στη θέση του Βαλή στην επαρχία των Αδάνων λίγο μετά τις διώξεις του 1909 και για ένα χρόνο, έκρινε εκ νέου την μοίρα αυτών των Αρμενίων με τους οποίους έμοιαζε να... υφαίνει πραγματικά δεσμά. Διότι, αντιτιθέμενος στην εξόντωση του αρμενικού πληθυσμού, δέχτηκε την εκτόπισή τους στις περιοχές, τις απομακρυσμένες από τις ερήμους του θανάτου και υπό τον έλεγχο του 4ου στρατού τον οποίο διοικούσε.

Συχνά, κατά τη διάρκεια της εξορίας τους, οι Αρμένιοι της επαρχίας των Αδάνων προσηλυτίζοντο συμμετέχοντας - υπό την ξεκάθαρη οδηγία των προυχόντων τους - εμμέσως στον πόλεμο όπως π.χ. κατασκευάζοντας στρατιωτικές οδούς ή ετοιμάζοντας ζεστά ενδύματα για τον 4ο στράτευμα. Κατά συνέπεια αποτελούσαν τον όγκο των επιζήσαντων μεταξύ των εκτοπισμένων Αρμενίων στις παλιές αραβικές επαρχίες της Αυτοκρατορίας, μέσα στα στρατόπεδα των προσφύγων της Συρίας και του Λιβάνου, στο Χαλέπι και τη Βηρυττό.

Η σχετικά προνομιακή μεταχείρισή τους κατά τη διάρκεια της γενοκτονίας τους κατέστησε τόσο «ύποπτους» και επέδρασε σχετικώς με το χειρότερο τρόπο στην τυποποίησή τους, την ίδια στιγμή μάλιστα όπου αναγεννάτο το εθνικό ιδεώδες και το οποίο - εάν οι διοικούντες της αρμενικής κοινότητας δεν ήθελαν να μείνει ένα κενό γράμμα αποκόβοντάς το από την πραγματικότητα - δεν θα μπορούσε να αποτελέσει γι’ αυτούς, ένα αδιέξοδο; Φαίνεται πως όχι!!

Τα μόνα πραγματικά θύματα του εξοστρακισμού απετέλεσαν οι γυναίκες, οι οποίες είχαν σεξουαλικές σχέσεις με τους μουσουλμάνους, στην πραγματικότητα δηλαδή όπως και στα βιλαέτια τους.

Ήταν επείγουσα η ανάγκη της εθνικής επανασυνθέσεως και οι τοπικοί υπεύθυνοι ενός τέτοιου προγράμματος ασφαλώς ήταν οι επιζήσαντες της Κιλικίας.

 

Αποτουρκισμός

Βάσει του ιδεολογικού σχεδίου, η τεράστια προσπάθεια της εθνικής επανασύστασης, η οποία ανελήφθη από το σύνολο των εθνικών φορέων (πολιτικών, πολιτιστικών, θρησκευτικών ή μέσων μαζικής ενημερώσεως), απευθυνόταν σε αυτούς τους Αρμενίους των Αδάνων οι οποίοι κατόρθωσαν να γλιτώσουν από τις σφαγές και η οποία επέδρασε στον «αποτουρκισμό» τους, προκειμένου να δημιουργήσει τους «καθαρούς» Αρμενίους.

Τίποτε πλέον στην τουρκική γλώσσα!!!

Ούτε να μιλούν ή να προσεύχονται στην τουρκική, ούτε να ακούν τουρκική μουσική, ούτε να χρησιμοποιούν τα τουρκικά μουσικά όργανα, ούτε πλέον να διαβάζουν τουρκικά αντιγράφοντάς τα με αρμενικούς χαρακτήρες. Η διαταγή ήταν σαφής και ρητή, δεν υπήρχε ίχνος αστειότητας.

Αυτό αποτελούσε μια «πολιτιστική επανάσταση» για τους καταγόμενους από την επαρχία των Αδάνων, υπό την έννοια της επαναπολιτιστικής τους εξελίξεως. Κατ’ ειρωνίαν της ιστορίας, τους ζητούσαν να αρνηθούν να φορούν το φέσι - καταγγέλοντάς το ως σύμβολο του τουρκισμού - τη στιγμή όπου ο Ατατούρκ (Μουσταφά Κεμάλ), σύντομα θα απαγόρευε στους συμπατριώτες του να το φορούν στο όνομα του εκσυγχρονισμού!!

Αναγνωρίζουμε στον Αρά Σαραφιάν και τον Βαχέ Ταστσιάν τη μεγάλη συμβολή τους στην ανάσυρση από τη λήθη, του τόσο ιδιαίτερου πεπρωμένου των Αρμενίων της κοινότητας των Αδάνων με τους οποίους παραδόξως είμαστε ταυτόχρονα τόσο κοντά και τόσο μακριά. Η ιστορική συνεισφορά τους είναι αδιάψευστη.

Διερευνούν ένα άγνωστο σε βάθος θέμα της ιστορίας μας και θέτουν ερωτήματα τα οποία αιωρούνταν για πάρα πολλά χρόνια.

Ασφαλώς χρειάζεται περισσότερη εμβάθυνση στην σκέψη για την σύνθεση της ταυτότητας, χωρίς ποτέ να εγκαταλείπεται από ανθρωπισμό κατά τη γνωστική της πορεία. Ήρθε, επομένως, το πλήρωμα του χρόνου με τη συμπλήρωση των 100 χρόνων από τις σφαγές των Αδάνων.

 

Πηγή: περιοδικό «Nouvelles d’ Armenie» - Ιανουάριος 2009.

 


Share
 

Για να εξασφαλίσουμε τη σωστή λειτουργία του ιστότοπου, μερικές φορές τοποθετούμε μικρά αρχεία δεδομένων στον υπολογιστή σας, τα λεγόμενα «cookies». Οι περισσότεροι μεγάλοι ιστότοποι κάνουν το ίδιο. Περισσότερα...

"Δέχομαι"


ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΙΒΛΙΩΝ


διαφήμιση στο αρμενικά

armenian community

Online Επισκέπτες

Έχουμε 92 επισκέπτες συνδεδεμένους