Μονοπάτια της Ιστορίας: Αρτσάχ-Πριγκιπικό και Διαχρονικό Εκτύπωση E-mail

Αζνίβ Γεραμιάν

Τεύχος: Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2009

 

Στο ομότιτλο άρθρο το οποίο δημοσιεύτηκε στο τεύχος 60 του περιοδικού μας, είχαμε αναφερθεί στα ιστορικά μνημεία της περιοχής του Αρτσάχ. Όμως θεωρήσαμε αναγκαίο να περιπλανηθούμε στους σημαντικούς ιστορικούς σταθμούς της εν λόγω περιοχής, αποτέλεσμα των οποίων είναι η παρούσα γεωπολιτική πραγματικότητα του Αρτσάχ και της Αρμενίας γενικότερα. Επί προσθέτως, αυτή η ιστορική αναδρομή εμφανίζει τα αδιάσειστα στοιχεία ότι το Αρτσάχ αποτελεί αναπόσπαστο κύτταρο του Αρμενισμού στην πορεία του ανά τους αιώνες.

 

 

Αρτσάχ - επαρχία της Μεγάλης Αρμενίας

 

Οι σφηνοειδείς επιγραφές της εποχής του βασιλιά Σαρντούρ (8ος π.Χ. αι.) αποδεικνύουν ότι το Αρτσάχ αποτέλεσε μέρος του αρμενικού βασιλείου των Ουραρτού (Αραράτ), το οποίο στη διάρκεια της ιστορικής του πορείας κατακτήθηκε από τους Μήδες, πέρασε στην περσική κυριαρχία και ανέκτησε την ανεξαρτησία του στα μέσα του 2ου π.Χ. αι1 .

Το 149 π.Χ. όταν ο βασιλιάς Βαγαρσάκ ανέλαβε το θρόνο του αρμενικού βασιλείου άρχισε η περίοδος της δυναστείας των Αρσακιδών. Οι κοινωνικές μεταρρυθμίσεις του μονάρχη είχαν φεουδαρχικό χαρακτήρα. Αναγόρευσε πρίγκιπα και κυβερνήτη των ανατολικών αρμενικών επαρχιών τον Αράν, απόγονο του προπάτορος των Αρμενίων Xάικ και στον οποίο απέδωσε το προσωνύμιο Αγού2 .

Σύμφωνα με αρμενικές ιστορικές πηγές, η συγκεκριμένη περιοχή απαντάται ως Aγουάνκ, τα περσικά κείμενα κάνουν λόγο για την περιοχή του Αράν, ενώ στην ελληνική και τη ρωμαϊκή ιστοριογραφία συγκαταλέγεται στην ευρύτερη περιοχή της Καυκασιανής Αλβανίας3 .

Ο Στράβων, αλλά και όλοι οι ιστοριογράφοι της αρχαιότητος, αναγνωρίζουν το πριγκιπάτο του Αρτσάχ υπό την ηγεσία του Aγού Αράν ως επαρχία της Μεγάλης Αρμενίας.

Πρόσφατα στην επικράτεια του Αρτσάχ κοντά στην πόλη Αγντάμ (Aghdam)4  ήλθε στο φως μια από τις τέσσερεις αρχαίες πόλεις του 1ου π.Χ. αι. με το όνομα Τιγρανόκερτα, έργο του αρμένιου βασιλιά Μεγάλου Ντικράν (Τιγράνη), ο οποίος κατέστησε την Αρμενία ένα ομοιογενές και ενοποιημένο ισχυρό κράτος.

 

Διχοτόμηση της Αρμενίας

 

Από τις αρχές του 16ου μ.Χ. αι. η Αρμενία υπήρξε το μήλο της έριδος μεταξύ της οθωμανικής και της περσικής αυτοκρατορίας. Η Μεγάλη Αρμενία διχοτομήθηκε το 1639. Η δυτική Αρμενία πέρασε στη δικαιοδοσία της οθωμανικής αυτοκρατορίας ενώ η ανατολική συμπεριλαμβανομένου και του Αρτσάχ αποτέλεσε μέρος της Περσίας.

O Σάχης Αμπάς Α’ ο ισχυρότερος μονάρχης της δυναστείας των Σαφαριδών, διευκόλυνε με την πολιτική του την εγκατάσταση του τουρκικού μουσουλμανικού πληθυσμού στα αρμενικά εδάφη. Η πολιτική αυτή είχε ως αποτέλεσμα να μετακινηθούν από τις πατρογονικές τους εστίες της Τζουγά του Ναχιτσεβάν περισσότεροι από 150.000 Αρμένιοι προς την Περσία. Εκεί, κοντά στην πρωτεύουσα των Σαφαριδών Ισπαχάν, ίδρυσαν τη σημαντική αρμενική αποικία Νορ Τζουγά (New Julfa), η οποία σύντομα έγινε ένα από τα σπουδαιότερα κέντρα της αρμενικής διανόησης και της πολιτιστικής ζωής.

 

Η ρωσική ελπίδα και οι Πρίγκιπες “Μελίκ”5του Αρτσάχ

 

Από τις αρχές του 17ου μ.Χ. αι. οι Αρμένιοι αναζήτησαν προστασία από τις ρωσικές δυνάμεις και προς το τέλος του αιώνα οι μεταξύ τους δεσμοί είχαν ισχυροποιηθεί. Οι νίκες του Μεγάλου Πέτρου επί των Περσών και των Τούρκων αναπτέρωσαν τις ελπίδες των Αρμενίων. Ο Ισραήλ Ορί6 μαζί με άλλους επιφανείς αρμένιους αναζήτησαν υποστήριξη από τις χριστιανικές δυνάμεις της Ευρώπης, αλλά οι δραστηριότητές τους είχαν πενιχρά αποτελέσματα.

Την ίδια περίοδο οι ανατολικές αρμενικές επαρχίες εξεγέρθηκαν κατά των Μουσουλμάνων με επικεφαλής τους Μελίκ του Αρτσάχ. Το 1697 η Αρμενία και το Αρτσάχ βρέθηκε υπό την προστασία της Ρωσίας, με τη συνθήκη η οποία υπεγράφη στη Μονή Καν-τσασάρ.

Ο Ταβίτ Πεγκ7, κυβερνήτης των επαρχιών Αρτσάχ και Σιουνίκ υποστηριζόμενος από τον Μχιτάρ Σπαραμπέτ8 επιβλήθηκε επί των Τούρκων. Το 1730 μετά το θάνατο του Ταβίτ Πεγκ, οι τουρκικές φυλές βαθμιαία εισχώρησαν στο μεγαλύτερο μέρος του Αρτσάχ και έως το τέλος του 1750 ανακηρύξαν την περιοχή Χαλιφάτο του Γαραπάγ.

Η Μεγάλη Αικατερίνη (1762-1796) στηρίζοντας τις προσπάθειες των Αρμενίων και μετά από δύο επιτυχείς πολέμους κατά των Οθωμανών, προσάρτησε στην επικράτειά της τα αρμενικά εδάφη.

Ο επιφανής στρατηγός και πολιτικός Ποτέμκιν έχοντας την εύνοια της αυτοκράτειρας, πρότεινε τη δημιουργία ενός νέου Αρμενο-Γεωργιανού βασιλείου. Πολλοί επιφανείς Αρμένιοι του εξωτερικού πρόθυμα στήριξαν αυτή την ιδέα, η οποία όμως απεδείχθη ουτοπική.

Στον Καύκασο η περσική κυριαρχία υποχωρούσε με παράλληλη ενίσχυση της ρωσικής επιρροής. Το 1800 η Γεωργία αποτελούσε μέρος της ρωσικής αυτοκρατορίας. Ενώ οι επαναστατημένοι ηγέτες του Γαραπάγ αγωνίζονταν κατά των περσικών δυνάμεων υπό την ηγεσία της τσαρικής Ρωσίας έως το 1805.

Ο ρωσικός στρατός έφθασε στο Ερεβάν και τα ιστορικά εδάφη του Αρτσάχ μαζί με άλλες περιοχές της ανατολικής Υπερκαυκασίας προσαρτήθηκαν στη ρωσική αυτοκρατορία. Έτσι το μεγαλύτερο μέρος της ανατολικής Αρμενίας βρέθηκε υπό ρωσικό έλεγχο, ο οποίος επικυρώθηκε με τις συνθήκες του Gulistan (1813) και Turkmenchay (1828)9  μεταξύ Ρωσίας και Περσίας.

Μεγάλος αριθμός Αρμενίων μετακινήθηκε από την Περσία προς την Αρμενία όπου το 1828 ίδρυσαν την αρμενική επαρχία Ομπλάστ10, η οποία έως το 1840 άκμαζε.

Παρά ταύτα το μεγαλύτερο τμήμα των ιστορικών αρμενικών εδαφών παρέμεινε υπό οθωμανικό ζυγό. Οι κάτοικοι της δυτικής Αρμενίας ξεσηκώθηκαν διαδοχικά στις επαρχίες Σασούν, Μους, Ζεϊτούν, Βαν και σε πολλές άλλες σε όλη τη διάρκεια του 19ου μ.Χ. αι. διεκδικώντας την ανεξαρτησία τους.

Το Χαλιφάτο του Γαραπάγ

Όταν στις πρώτες δεκαετίες του 18ου αι., οι Τούρκοι επιτέθηκαν στην ανατολική Αρμενία, οι Αρμένιοι του Γαραπάγ και του Σιουνίκ υπό την ηγεσία του Ταβίτ Πεγκ κυβερνήτη των επαρχιών Αρτσάχ και Σιουνίκ και με την υποστήριξη των Μχιτάρ Σπαραμπέτ και Αβάν Γιουζμπασί11 παγίωσαν τις αρμενικές θέσεις ανακόπτοντας την τουρκική προέλαση.

Οι Μελίκ του Αρτσάχ αντιστέκονταν στις επιθέσεις των διαφορών τουρκικών φύλων και ο πέρσης κυβερνήτης Nadir Shah (1732-1747) αρχικά τους ενεθάρρυνε.

Όμως η περσική πολιτική άλλαξε στα μέσα του 18ου μ.Χ. αι. και οι Σάχεις της δυναστείας Ζαντ υποστήριξαν τους ηγέτες της νομαδικής φυλής Saridjalli, οι οποίοι συστηματικά έβαλαν κατά του Αρτσάχ. Έτσι δημιουργήθηκαν οι κατάλληλες συνθήκες και ο Panah-Ali12 κατέλαβε το φρούριο του Σουσί και αυτοανακηρύχθηκε Χαν. Αργότερα ο γιος του Ιμπραήμ εκμεταλλευόμενος τις συνεχείς συγκρούσεις μεταξύ των Μελίκ κατέλαβε τη μονή Καντζασάρ και μετά το θάνατο του Ταβίτ Πεγκ το μεγαλύτερο μέρος του Αρτσάχ κατελήφθη από τους Τούρκους και ανακηρύχθηκε Χαλιφάτο του Γαραπάγ.

 

Η ιστορική πόλη Σουσί (Shushi)

 

Καρκάρ-Σικακάρ-Καρακλούχ, είναι μερικές από τις αρχαίες αρμενικές ονομασίες της πόλης Σουσί. Όλες έχουν το συνθετικό καρ (πέτρα), με την οποία προσδιορίζεται ουσιαστικά η γεωγραφική θέση της πόλης και μεταφορικά ο σκληροτράχηλος χαρακτήρας των κατοίκων της. Είναι η δεύτερη σημαντική πόλη της Δημοκρατίας του Αρτσάχ-Γαραπάγ. Βρίσκεται στο ανατολικό οροπέδιο της οροσειράς του Αρτσάχ και περιβάλλεται από τις τρεις πλευρές με βαθιά φαράγγια. Το φρούριο το οποίο αντιστάθηκε στις σκληρές και δύσκολες συνθήκες σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, σώζεται μέχρι σήμερα.

Οι πρώτες αναφορές για το Σουσί προέρχονται από το σύριο γεωγράφο Yakut Al-Hamavi (1179-1229), σ’ αυτόν αναφέρεται και ο άραβας ιστοριογράφος Ibn Al-Asir (1660-1730) ο οποίος γράφει στο γεωγραφικό του λεξικό: «Το Καρκάρ είναι σημαντική πόλη στη χώρα του Αράν, κοντά στο Bailakan13 και ιδρύθηκε από τον Ανουσιραβάν14». Ο Στράβων επίσης αναφέρει ότι: «[…]ο πέρσης βασιλιάς Χοσρώφ Ανουσιραβάν 4ος αι., ο οποίος προσάρτησε την μισή σχεδόν ανατολική Αρμενία, ανοικοδόμησε πολλά φρούρια βόρεια της αυτοκρατορίας του[...]». Ο άραβας γεωγράφος επισημαίνει την αποκατάσταση του αρχαίου τείχους μήκους 2,5 χλμ. στη βόρεια πλευρά του όρους από τον Ανουσιραβάν. Οι Άραβες Ibn Al-Asiri και Yahud Al-Hamavi αναφέρουν ότι το φρούριο ανοικοδομήθηκε τον 6ο π.Χ. αι..

Αρμένιοι γλωσσολόγοι υποστηρίζουν ότι η πόλη με το αρμενικό όνομα Καρκάρ (Μεγάλη Πέτρα) και ο ομώνυμος ποταμός ο οποίος κυλά στους πρόποδες του όρους, έχουν πάρει το όνομά τους από το φρούριο, χαρακτηριστικό του οποίου είναι ότι το βουνό αποτελεί μέρος του φρουρίου.

Ο Αρμένιος ιστοριογράφος του μεσαίωνα Movses Kaghankatvatsi15 αναφέρει: «…ήταν το έτος 270 του αρμενικού ημερολογίου (821 στο Γρηγοριανό), όταν προσωπικότητες των Αράβων εισέβαλαν μυστικά από την πόλη Παρτάβ16  στο Αμαράς, αιχμαλώτισαν περίπου 1000 κατοίκους και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή Metsirank ή Shikakar. Ο γενναίος και όμορφος πρίγκιπας Sahl Smbatian17 μαζί με τα αδέλφια του επιτέθηκαν με το στρατό τους, θανάτωσαν τους άραβες εισβολείς και απελευθέρωσαν τους αιχμαλώτους…».

Σημαντικά είναι τα μνημεία της περιοχής αλλά το ενδιαφέρον των επιστημόνων κινούν οι βάσεις των αγαλμάτων της μεγαλιθικής αρχιτεκτονικής, οι οποίες δεν έχουν μελετηθεί ακόμα και πιστοποιούν την ύπαρξη ενός αρχαίου σημαντικού πολιτισμού.

Ένα χειρόγραφο του Σουσί-Καρκάρ υπογράφεται από το δημιουργό της χειρόγραφης Βίβλου της εκκλησίας της Θεοτόκου (Αστβατζατζίν 1428) μοναχό Ντερ Μανουέλ και σήμερα βρίσκεται στο μουσείο αρχαίων χειρογράφων (Μαντεναταράν) του Ερεβάν. Οι σταυρόπετρες του 8ου αι. στο φρούριο του Σουσί πιστοποιούν την αρμενικότητα του φρουρίου και τη συμβολή του στην ενεργό ζωή και τον πολιτισμό της περιοχής.

Ιστορικοί και αρχαιολόγοι πιστεύουν ότι τα πολύ καλά συντηρημένα νεκροταφεία Kromlekh της πόλης τα οποία δεν έχουν μελετηθεί μέχρι σήμερα, θα ρίξουν άπλετο φως στο παρελθόν των 3000 χρόνων της πόλης.

 

Βιβλιογραφία:

Hewsen, Robert H. Armenia: a Historical Atlas. Chicago, IL: University of Chicago Press, 2001.

The Cambridge History of Iran by William Bayne Fisher, Peter Avery, Ilya Gershevitch, Gavin Hambly, Charles Melville, Cambridge University Press, 1991.

 

1 Αρμενικά τεύχος 54.

2 Προσωνύμιο το οποίο απονέμεται στους ευγενείς και σημαίνει καλόκαρδος.

3 O Στράβων στο κεφάλαιο της (ΧΙ. 4. ι-8) της γεωγραφίας του αναφέρει ότι ο ανατολικός Καύκασος στην αρχαιότητα ονομαζόταν Αλβανία, καταλάμβανε την περιοχή μεταξύ του πόταμου Κούρα (από το όνομα του Κύρου), της οροσειράς του Καυκάσου έως την Κασπία θάλασσα. Πέρα από την Αρμενία, η περιοχή του Καυκάσου ονομαζόταν Ιβηρία, τον 4ο αιώνα μετονομάστηκε σε Γεωργία.

 4 Πόλη στα ανατολικά της Δημοκρατίας του Γαραπάγ. Από τους αρχαίους χρόνους μέχρι τον μεσαίωνα, η περιοχή αποτελούσε τμήμα της επαρχίας Ούτικ της Μεγάλης Αρμενίας. Το 1923 παρά τον κυρίαρχο αρμενικό πληθυσμό, το ιστορικό και πολιτισμικό παρελθόν του, η διοίκηση του Αρτσάχ παραχωρήθηκε με απόφαση του Στάλιν στους Αζέρους και παρέμεινε υπό το καθεστώς αυτό μέχρι το 1993. Στον πόλεμο του Ναγκόρνο Γαραπάγ η πόλη Αγντάμ μετατράπηκε από τους Αζέρους σε στρατιωτική βάση για το συστηματικό βομβαρδισμό του αρμενικού πληθυσμού του Ναγκόρνο Γαραπάγ. Το καλοκαίρι του 1993 ο αρμενικός στρατός μετά από 70 χρόνια ανακατέλαβε την πόλη και σήμερα ανήκει στη Δημοκρατίας του Αρτσάχ (Γαραπάγ).

 5 Πρίγκηψ από το αραβικό (malik-βασιλιάς) ήταν ένας κληρονομικός αρμενικός τίτλος ευγενείας και άρχισε να χρησιμοποιείται από τα τέλη του μεσαίωνα μέχρι τα τέλη του 19ου αι., στα ανατολικά αρμενικά πριγκιπάτα Ερεβάν, Καρς, Ναχιτσεβάν, Λορί, Αρτσάχ, Ταμπρίζ και Σιουνίκ.

 6 (1658-1711), ήταν διπλωμάτης και εξέχουσα προσωπικότητα. Πρωτεργάτης του εθνικού απελευθερωτικού αγώνα της Αρμενίας, από την περσική και οθωμανική αυτοκρατορία.

 7 Από τις πλέον εξέχουσες στρατιωτικές προσωπικότητες του αρμενικού απελευθερωτικού αγώνα του 18ου αι. Ως στρατιωτικός διοικητής διεύθυνε την ένοπλη αντίσταση στο Χαπάν του Σιουνίκ και στο Αρτσάχ (1726-28) κατά των κατακτητικών δυνάμεων των Σαφαριδών Περσών, αλλά και της οθωμανικής αυτοκρατορίας η οποία ήθελε να έχει τον έλεγχο της Υπερκαυκασίας.

 8 Ανώτατος διοικητής και εθνικός ήρωας των Αρμενίων. Τον 18ο αι. συμμετείχε στους αγώνες της περιοχής Σιουνίκ της Υπερκαυκασίας και στους νικηφόρους αγώνες του Ταβίτ Πεγκ κατά των τουρκικών φυλών. Η περιοχή Ζανκεζούρ της ανατολικής Αρμενίας μετά από το θάνατο του Ταβίτ Πεγκ αποτέλεσε το κέντρο της ηγεσίας των επαναστατημένων αρμενίων ευγενών. Ανέλαβε την ηγεσία των αρμενικών ενόπλων δυνάμεων μετά το θάνατο του Ταβίτ Πεγκ 1728.

 9 Μετά από μια σειρά πολέμων μεταξύ της Ρωσίας και Περσίας, οι συνθήκες αυτές χάραξαν τα νέα σύνορα μεταξύ των αυτοκρατοριών και η Ρωσία προσάρτησε στα εδάφη της τις πόλεις Μπακού, Shirvan, Ganja, Ναχιτσεβάν και Ερεβάν. John F. Baddeley, “The Russian Conquest of the Caucasus”, Longman, Green and Co., London: 1908, σελ. 90

 10 Αρμενική επαρχία (1828-1840) αποτέλεσε τμήμα της ρωσικής αυτοκρατορίας. Η έκτασή της καταλάμβανε το μεγαλύτερο μέρος της σημερινής κεντρικής Αρμενίας, τη σημερινή τουρκική επαρχία Ιγκτίρ και το χαλιφάτο του Ναχιτσεβάν, το οποίο εκχωρήθηκε στη Ρωσία από την περσική αυτοκρατορία με τη Συνθήκη Turkmenchay και το 1923 με απόφαση του Στάλιν παραχωρήθηκε στο Αζερμπαϊτζάν. Από το 1840 έως το 1845 το Oblast ενσωμάτωσε τη Γεωργία (Georgia-Imeretia Governorate). Το 1849 η επαρχία διασπάστηκε σε δυο χωριστές διοικητικές περιοχές, την περιοχή του Ερεβάν η οποία περιελάμβανε και την περιοχή του χαλιφάτου του Ναχιτσεβάν και τη διοικητική περιοχή της Τιφλίδας. (Hewsen, Robert H. Armenia: a Historical Atlas. Chicago, IL: University of Chicago Press, 2001, σελ.173).

 11 (1670-1735): Γεννήθηκε το 1670 στο χωριό Shosh στην περιοχή Aσκεράν του Γαραπάγ. Ανέλαβε διοικητής των ενόπλων δυνάμεων των πέντε πριγκιπάτων του Αρτσάχ (1724-1728). Έλαβε μέρος στη στρατιωτική εκστρατεία της Κασπίας στο πλευρό της Ρωσίας και ως αναγνώριση της σημαντικής υπηρεσίας του έλαβε τον τίτλο σημαντικού Γενικού Στρατηγού των δυνάμεων βορείου Καυκάσου.

 12 Ιδρυτής του χαλιφάτου του Γαραπάγ, αρχικά υπό περσικό έλεγχο και από το 1748 ανεξάρτητος φεουδάρχης έως το 1822, (Encyclopaedia Britannica Online: History of Azerbaijan).

 13 Αρχαία πόλη του Aran στην περιοχή Mukhank Αρτσάχ, σύμφωνα με έναν ανώνυμο αρμένιο γεωγράφο του 7ου π.Χ. αι. το Αρτσάχ αποτελείτο 12 καβάρ (καντόνια) Myus Haband, Vaykunik, Berdadzor, Mets Αrank, Mets Kuenk, Harchlank, Mukhank, Piank, Parsakank, Sisakan Vostan, Qusti Parnes, Koght.

 14 Khosrau Anushiravan Ι 590-628, (Anushiravan στα περσικά σημαίνει αθάνατη ψυχή). Ήταν ο θεμελιωτής πολλών πόλεων, επιτήρησε την επισκευή των εμπορικών δρόμων και την οικοδόμηση των πολυάριθμων γεφυρών και των φραγμάτων. Στη διάρκεια της βασιλείας του άκμασαν οι τέχνες και επιστήμες.

 15 Movses Kaghankatvatsi αναφέρεται και ως Movses Daskhurantsi, συγγραφέας της ιστορίας της Καυκασιανής Αλβανίας, (Vasiliev, A.A. (1951). The Second Russian Attack on Constantinople. Dumbarton Oaks Papers Vol. 6. σελ. 181 και Cameron, Averil (1969). Agathias of the Sassanians. Dumbarton Oaks Papers Vol. 23. σελ. 153).

 16 Η σημερινή πόλη με την αζερική ονομασία Μπάρντα.

 17 Γόνος του πριγκιπάτου Khachen της μεσαιωνικής περιόδου.

 


Share
 

Για να εξασφαλίσουμε τη σωστή λειτουργία του ιστότοπου, μερικές φορές τοποθετούμε μικρά αρχεία δεδομένων στον υπολογιστή σας, τα λεγόμενα «cookies». Οι περισσότεροι μεγάλοι ιστότοποι κάνουν το ίδιο. Περισσότερα...

"Δέχομαι"


ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΙΒΛΙΩΝ


διαφήμιση στο αρμενικά

armenian community

Online Επισκέπτες

Έχουμε 18 επισκέπτες συνδεδεμένους