Εκτύπωση E-mail

PHOTO711

Φυλακτά «νταγνταγάν» του 19ου αιώνα

 

Βασκανία, φυλακτά και γητειές στους Αρμενίους

Δρ. Ελευθέριος Π. Αλεξάκης

Οκτώβριος- Δεκέμβριος 2015, τεύχος 87

Ένα σημαντικό θέμα που έχει απασχολήσει και απασχολεί τους κοινωνικούς - πολιτισμικούς ανθρωπολόγους αλλά και επιστήμονες άλλων ειδικοτήτων είναι η πίστη στο «κακό μάτι». Μέχρι σήμερα δεν έχει δοθεί μια ικανοποιητική απάντηση για το ζήτημα αυτό. Ενώ για τη μαγεία έχουν γραφτεί πολλά και το θέμα μπορεί να θεωρηθεί σχεδόν εξαντλημένο, δεν συμβαίνει το ίδιο και με την πίστη  στο «κακό μάτι». Η πίστη στο «κακό μάτι» έχει μελετηθεί βέβαια ως προς τις ιδιαιτερότητες κάθε περιοχής και έχουν επισημανθεί οι βασικές τοπικές διαφορές, «οικοτυπικές» θα τις ονόμαζα, καθώς και οι διαφορές και οι ομοιότητες με την κακόβουλη μαγεία.

Το θέμα αυτό είναι αντικείμενο πολλών ειδικοτήτων, π.χ. ιστορικών του πολιτισμού, όσον αφορά στην προέλευσή του, κοινωνιολόγων και ανθρωπολόγων όσον αφορά στη δομή και στην κοινωνική λειτουργία του, ακόμα και οφθαλμολόγων γιατρών όμως πρέπει ακόμα να γίνουν πολλά, για να κατανοηθεί αυτή η ζωντανή μέχρι σήμερα δεισιδαιμονία, γιατί μας διαφεύγουν οι βαθύτερες δομές της πίστης.

Η εισήγηση αυτή στηρίζεται σε δημοσιευμένες μελέτες και σε επιτόπια εθνογραφική έρευνα που πραγματοποιήθηκε στην περιοχή του Ασταράκ της επαρχίας Αραγκατσότν της Αρμενίας το καλοκαίρι του 2012 και του 2013 και την άνοιξη του 2015. Η επιτόπια εθνογραφική έρευνα δεν προσέφερε βέβαια τον πλούτο των στοιχείων που προέρχονται από τις πηγές, ιδιαίτερα μετά την «απομάγευση του κόσμου», έδειξε όμως ότι η πίστη αυτή είναι  ακόμα πολύ ισχυρή, π.χ. στις εξώπορτες βλέπει κανείς μέχρι σήμερα τα αποτρεπτικά πέταλα αλόγου ή τις παραστάσεις αλόγων κ.ά. 

Τα εθνογραφικά δεδομένα στην Αρμενία

Στους Αρμενίους είναι πολύ διαδεδομένη η πίστη στο «κακό μάτι». Πιστεύουν στην καταστρεπτική δύναμη του «κακού ματιού» και λένε ότι οι «άνθρωποι που τους έχει πιάσει» αισθάνονται  αδύναμοι και ασθενικοί. Λένε γι’ αυτούς ότι  «έχουν το κακό μάτι» ή «τους έχει αγγίξει το κακό μάτι». Η κούραση και το χασμουρητό (ένδειξη της σχέσης του με τον υπνωτισμό-μαγνητισμό)  είναι τα πιο ήπια  συμπτώματα των συνεπειών του κακού ματιού. Υπάρχουν όμως και χειρότερες συνέπειες που φθάνουν ως το θάνατο. Μπορούν όμως και κακοτυχίες να οφείλονται στο «κακό μάτι». Στη δική τους γλωσσική έκφραση αποδίδεται ως «ατσκόβ νταλ», δηλαδή «δίνω με το μάτι».

Oι αρμένικες αντιλήψεις  και πρακτικές που  συνδέονται με το «κακό μάτι» είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες. Όπως και όλοι οι γείτονες τους στην Εγγύς και Μέση Ανατολή και πολλοί άλλοι στην Ευρώπη και την Βόρεια Αφρική, οι Αρμένιοι πίστευαν και πιστεύουν  ότι ένα ζωντανό πρόσωπο μπορεί να βλάψει ένα άλλο με το βλέμμα του, φθονώντας την περιουσία του ή το πρόσωπό του. Και η δύναμη του αυτή  δεν πρέπει να παίρνεται επιπόλαια. Μπορεί να κομματιάσει  μια πέτρα και να κάνει ένα  ζώο να ψοφήσει στον αγρό.

Θεωρούν ότι κάποιοι άνθρωποι με καθορισμένα χαρακτηριστικά «έχουν τη δύναμη του κακού ματιού» και πως  μπορούν ενδεχομένως να προκαλέσουν κακό. Πιστεύουν ότι αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τους σπάνια κοκκινομάλληδες Αρμενίους ή αυτούς που έχουν  γαλάζια ή γκρίζα μάτια. Kατά τη λαϊκή πίστη των Αρμενίων, τον δαίμονα, το «κακό μάτι» το έχει συνήθως ένας ξανθός άνδρας με πολύ γαλάζια μάτια ή πράσινα μάτια, κάποτε ένας μελαχρινός με μαύρα ή καστανά (σκοτεινά) μάτια. Είναι γενική άλλωστε η αντίληψη ότι τα μάτια είναι ο καθρέφτης ή το παράθυρο της ψυχής και ένα ζηλόφθονο βλέμμα μπορεί να μολύνει τον αέρα. Σε μια γητειά λένε:

Έχω δέσει το «κακό μάτι», στο χέρι και στον αγκώνα.

Έχω δέσει τον ξανθό άντρα και τον μαύρο άντρα.

Τον ένα τον έχω δέσει και κρεμάσει.

Τον άλλο τον έχω ρίξει στη βαθειά θάλασσα.

Και σε μιαν άλλη:

Να σκάσει το μάτι των γαλανομάτηδων.

Να σκάσει το μάτι των σκοτεινομάτηδων.

Το πρόσωπο που ματιάζει θεωρητικά είναι συνήθως γείτονας ή ξένος, που δεν ανήκει στην ίδια οικογένεια «κερνταστάν» ή «εντανίκ», μπορεί όμως να ανήκει στο ίδιο γένος. Γενικά, πρέπει να προέρχεται από άλλο οικιστικό χώρο. Παρ’ όλα αυτά μπορεί να ματιάσει ακόμα και ο αδελφός τον αδελφό, όπως υποστηρίζουν στο χωριό Καρμπί του Ασταράκ, ενώ στο γειτονικό Παρπί θεωρούν ότι τα «γλυκά μάτια» είναι τα πιο επικίνδυνα για τη βασκανία, εννοώντας αυτά που αγαπούν και θαυμάζουν. Aυτή η αντίληψη που μπορεί να συνδέεται με έκφραση θαυμασμού, τον έπαινο και τη εκδήλωση αγάπης με ορισμένες εξαιρέσεις είναι γενικότερη.

Όλα τα άτομα για τα οποία υπήρχαν λόγοι να φθονούνται  ήταν σε μεγάλο κίνδυνο. Σε μια κοινωνία  που είχε σε μεγάλη αξία την απόκτηση παιδιών, οι γυναίκες που ήταν σε κατάσταση εγκυμοσύνης και τα μικρά παιδιά βρίσκονταν σε μεγάλο κίνδυνο. Γι’ αυτό ένας επισκέπτης στο σπίτι αποφεύγει να επαινεί ένα παιδί, έτσι ώστε να μην τον υποψιαστούν για φθόνο και επομένως  ότι επιθυμεί να κάνει κακό. Όταν  λέει καλά λόγια  για ένα παιδί, πρέπει πρώτα να πει: «ο Θεός να το έχει καλά», τότε ο γονιός του θα πει κάτι κακό για το παιδί, έτσι ώστε να απομακρύνει το «κακό μάτι».

Στην περιοχή του Ασταράκ, όπου πραγματοποίησα επιτόπια εθνογραφική έρευνα θεωρούν ότι όλα τα έμβια και τα πράγματα μπορούν να βασκαθούν αλλά ανησυχούν περισσότερο και λαμβάνουν μέτρα για τις έγκυες γυναίκες, τις θηλάζουσες μητέρες, τα μικρά παιδιά, τα καρποφόρα δέντρα και τις γαλακτοφόρες αγελάδες.

Κατά του «κακού ματιού» χρησιμοποιούν  γενικά φυσικά φυλακτά και  φετίχ (κατασκευασμένα φυλακτά), τα «χμαγιακνέρ»: ψωμί, αλάτι, ξύδι, σκόρδο, κρεμμύδι, κάρβουνο, κομμάτια μετάλλου ή μεταλλικά κατασκευάσματα, κουδούνια/ κουδουνάκια, αλλά και «γραφές» που τα φτιάχνουν Παρασκευή. Ειδικά κατά του «κακού ματιού» χρησιμοποιούνται τα φυτά: τσουκνίδα, άγριος λυκίσκος, απήγανος, το δέντρο/φυτό βιμπούρνο-χιονανθές. Απ’ αυτά φτιάχνουν και κρεμάνε στο λαιμό των ζώων φυλακτά για προστασία.

Το  πιο δημοφιλές πάντως που ήταν διαδεδομένο σε όλη την Εγγύς και Μέση Ανατολή καθώς και τη Μεσόγειο και όχι μόνο ήταν να φοράς κάτι γαλάζιο. Τα γαλάζια αντικείμενα  ήταν πολύ συνηθισμένα  στα ρούχα των μωρών. Συνήθως μια γαλάζια χάντρα στερεωνόταν  στη  φασκιά, στο καπέλο ή στον ώμο ενός μικρού παιδιού ή μια γαλάζια ταινία φοριόταν κάτω από τον βραχίονα του.

Φτιάχνουν  πλάκες «χαζ ακν» με ένα γαλάζιο μάτι ή φοράνε κοσμήματα με τουρκουάζ ή άλλη μπλε πέτρα «γκαμπουίτ ουλνίκ» που άλλες φορές τη  ράβουν στα ρούχα τους για να αποτρέψουν το κακό.

Ένα νεαρό κορίτσι  πλέκει τα μαλλιά του σε μικρά κοτσιδάκια διακοσμημένα    με μικρές χάντρες και κουδουνάκια σε σχήμα κουκουλιού. Τα κοτσιδάκια-μερικές φορές μέχρι πενήντα -δένονται  μαζί, μαζεύονται με μια κορδέλα ή  ασημένια αλυσίδα, που έχει μια γαλάζια χάντρα στη μέση. Όταν το κορίτσι βγαίνει έξω από το σπίτι,  καλύπτει το κεφάλι με ένα κοντό  βαμβακερό  ή μεταξωτό μαντίλι ή ένα ειδικό σκουφί. 

Μερικές φορές οι γυναίκες φορούν ένα απλό κολιέ (περιδέραιο) με πολλαπλές σειρές από νομίσματα ή ματόχαντρες, τα «ατσκαλούνκ»  για φυλακτό  κατά του «κακού ματιού».

Άλλες γυναίκες φορούν κρεμαστή γύρω από το λαιμό για φυλακτό μινιατούρα «αγαμάν» (αλατοδοχείο), για προστασία  από το κακό.

Οι γυναικείες νυφικές ποδιές και οι ζώνες είναι συχνά στολισμένες, όπως τα  καρπέτα με κουμπιά, όστρακα (κογχύλια) και πουλιά  για προστασία από το «κακό μάτι». Oι νυφικές ζώνες έχουν συχνά παραστάσεις βατράχων για τον ίδιο λόγο.

Σημειώνω ότι μερικές φορές το κρίκελο της εξώπορτας έχει τη μορφή ενός βατράχου με σχεδιασμένο σταυρό στη ράχη του (εκχριστιανισμός του παγανιστικού συμβόλου), για  να προστατέψει από το «κακό μάτι» αλλά και ταυτόχρονα να φέρει τη γονιμότητα και την ευτυχία στο σπίτι.

Πρέπει να αναφέρω ότι μεταξύ των πολλών μικρών ξύλινων αντικειμένων που βρίσκονταν μέσα στο παραδοσιακό σπίτι του 19ου αιώνα ήταν τα φυλακτά «νταγνταγάν», επίπεδα ξύλα περίτεχνα σκαλισμένα στην επιφάνεια με προστατευτικά σύμβολα. Τα φυλακτά αυτά συνήθως κατασκευάζονταν σε σχήμα  μισοφέγγαρου ή πέταλου, αλλά μερικές φορές είχε σχήμα τραπεζοειδές, τριγώνου ή κυλίνδρου. Μερικά έχουν βρεθεί  σε σχήμα βατράχου με στρογγυλά σώματα και προεξέχοντα κεφάλια, και σε  ένα τουλάχιστον φυλακτό από του Μους του 17ου-18ου αιώνα ήταν σκαλισμένη η μορφή ενός φτερωτού αγγέλου, παρόμοιου με τα ανάγλυφα του μεσαίωνα.

Μολονότι τα «νταγνταγάν»  ήταν κρεμασμένα σε διάφορα έπιπλα και στo στο κιονόκρανο της «μητέρας» κολώνα του σπιτιού «αρτζί κλουχ» (κεφάλι της αρκούδας) ή «τσουλικί κλουχ» (κεφάλι του μοσχαριού), ο ιδιαίτερος σκοπός τους  ήταν να προστατεύουν τις γαλακτοφόρες αγελάδες και τα φορτιάρικα ζώα από τα άγρια ζώα και το «κακό μάτι». Πίστευαν ότι ένα σπασμένο «νταγνταγάν»  ήταν αποτέλεσμα μιας επίθεσης από «κακό μάτι» που προκάλεσε στο φυλακτό να χάσει την δύναμη του και να είναι άχρηστο.

Όταν όμως το «κακό μάτι» προσβάλει κάποιον, αυτός πρέπει να θεραπευθεί. Η βασκανία λοιπόν μπορεί να θεραπευθεί από  μια ειδική θεραπεύτρια «ακναχάγ» που ακολουθεί ορισμένες διαδικασίες. Μπορεί να πάρει λίγο αλάτι στη χούφτα της, να το τρίψει στο μέτωπο, βάζοντας λίγο στο στόμα αυτού που υποφέρει, προσευχόμενη, δηλαδή ψιθυρίζοντας τη γητειά ή επωδή, όσο το κάνει. Αν η θεραπεύτρια χασμουρηθεί, θεωρούν ότι έχει διώξει το κακό. Αν ο κτυπημένος από το «κακό μάτι» αισθανθεί καλύτερα, πρέπει να θεωρηθεί η θεραπεία αποτελεσματική. Η θεραπεύτρια τότε θα ραντίσει με αλάτι εδώ  και εκεί στο χωριό, ώστε οι άνθρωποι να περπατήσουν πάνω σ’ αυτό. Μερικές φορές ρίχνουν αλάτι στο κατώφλι του προσώπου που φέρεται να προκάλεσε το «κακό μάτι», επιστρέφοντας έτσι στο πρόσωπο αυτό τη φυσική αρρώστια που είχε υποστεί  το άτομο. Αλλά και στις γητειές ο θεραπευτής κατευθύνει το «κακό μάτι» σε αποτρεπτικό στοιχείο/φυλακτό, λέγοντας: «το κακό μάτι να πάει στο κακό αγκάθι, το κακό μάτι να πάει στην κακή φωτιά», με βάση τη λογική  ότι «το όμοιο αποτρέπει το όμοιο», ενώ  στη λαϊκή αντίληψη ένα σύμβολο γονιμότητας είναι και αποτρεπτικό του «κακού ματιού».

Οι ειδικοί θεραπευτές που καλούν να τους θεραπεύσουν από το «κακό μάτι» είναι  κυρίως γυναίκες και σπανιότερα άνδρες. Στο Καρμπί του Ασταράκ οι θεραπεύτριες «χαρτούδες» κιρμπατσνέρ, αυτές που φτιάχνουν [κατά λέξη ανοίγουν] τα «τουχτκίρ» (γραμμένα χαρτιά με μαγικά λόγια ή προσευχές) είναι γυναίκες 40-50 ετών και κατά κανόνα μεταβιβάζουν τις γνώσεις τους στις κόρες τους, σπανιότερα στους γιους. Οι μαγικές δηλ. πρακτικές θεραπείας (εξορκισμοί, γητειές κλπ.) μεταβιβάζονται από γενεά σε γενεά. Οι απλές γνώσεις όμως για προφύλαξη είναι γενικότερο κτήμα. Τα γραμμένα αυτά χαρτιά τα τοποθετούν κάτω από το μαξιλάρι του «ματιασμένου».  

Οι γητειές (φόρμουλες) αποτελούνται από στίχους -τους οποίους οι θεραπευτές εκφέρουν ψιθυριστά ή μουρμουριστά και προέρχονται από την πανανθρώπινη πίστη  στη μαγική δύναμη του λόγου  «λεκτική μαγεία» (με παραπομπή στον Τοκάρεβ).

Οι ξορκισμοί και οι γητειές μπορούν να είναι απλοί στίχοι αλλά και πιο σύνθετα ποιητικά κείμενα (εθνοκείμενα). Για παράδειγμα:

Η βασκανία συνάντησε το «κακό μάτι»

Όπως το κερί ας λειώσει

Σαν το φίδι

Να γίνει μαλακή

Σαν το βάτραχο

Να φύγει μέσα απ’ το κόσκινο

Να κοσκινιστεί μέσα απ’ το κόσκινο

Σαν το νερό

Να σκορπιστεί

σαν το θάμνο του καναβουριού

Να πάει το «κακό μάτι», στο «κακό μάτι»

Στην κουκουβάγια, στο μαύρο φίδι

Σαν το ποτάμι ευλογήθηκε

Το μάτι του βασκαμένου 

Παράλληλα  με τις γητειές γίνονται και κάποιες μαγικές τελετουργίες. Η γυναίκα (πολύ σπάνια ο άνδρας) κρατά ένα σιδερένιο αντικείμενο με αιχμηρή άκρη (συχνά μαχαίρι, μαχαιράκι, βελόνα κλπ.) στον ώμο του αρρώστου, ψιθυρίζοντας τη γητειά για το «κακό μάτι»..

Οι γητειές μπορούν να είναι και γραμμένες σε χειρόγραφα που αποτελούν από μόνα τους φυλακτά (ταλισμάν) που ράβουν πάνω στα ρούχα ή κρύβουν σε κάποιο σημείο στο σπίτι τους (μεγάλο αριθμό έχει συγκεντρώσει ο Ονταμπασιάν).


Tο πολιτισμικό πλαίσιο και η ερμηνεία

Υποστηρίζεται ότι στην Εγγύς και Μέση Ανατολή η πίστη στο «κακό μάτι»  είναι  αρχαιότερη από τον Ιουδαϊσμό, και οπωσδήποτε τον Χριστιανισμό ή το Ισλάμ. Για την αρχαιότητα της πίστης μπορεί κανείς να λάβει υπόψη του το σύμβολο-ιδεόγραμμα κατά του «κακού ματιού, ένα ελλειψοειδές σχήμα  να το διαπερνάει/καρφώνει μια μικρή λοξή γραμμή που συναντάμε σε ορισμένα ελληνο-ρωμαϊκά και αρμενικά χειρόγραφα. Όμως  στην πραγματικότητα  η πίστη είναι πολύ παλαιότερη. Χωρίς να θέλω να αναγάγω μια κοινωνική ή πολιτισμική ερμηνεία σε μια  ιστορική, άλλωστε, όπως έχει δείξει ο πολιτισμικός ανθρωπολόγος Κardiner, τα πολιτισμικά γεγονότα/στοιχεία ακολουθούν στην εξέλιξή τους περίεργες ατραπούς, που δεν συνδέονται υποχρεωτικά με την αφετηρία τους.   Διαθέτουμε λοιπόν στοιχεία ότι ήδη από το 3.000 π.Χ.  υπήρχε   παρόμοια  πίστη (πολιτισμικό ιδίωμα), που ενδεχομένως ήταν ακόμα παλαιότερη. Στο Τell Βrak στην κοιλάδα  του Κhabur στην  Ανατολική Συρία βρέθηκε  από τον καθηγητή Mallovan κατά στις ανασκαφές το 1937-38 ο ονομαζόμενος «ναός των ματιών», αφιερωμένος στη θεά Ιστάρ, που η ονομασία του προέρχεται από τα εκατοντάδες αγαλματίδια με έντονα μάτια. Αυτά θα μπορούσαν να είναι  αφιερώματα πιστών ασθενών, ενώ θα μπορούσαμε να κάνουμε λόγο για ένα «πολιτισμό των ματιών». Ο εντοπισμός  εκεί ενός τέτοιου ναού δεν προεξοφλεί ότι η πίστη  δεν προέρχεται από άλλη παλαιότερη σε γειτονική ή  μη περιοχή. Πράγματι έχει βρεθεί  σουμεριακή γητειά (επωδή) στο ονομαζόμενο «Οίκο του Φωτός», χρονολογούμενη μεταξύ 4000-3000 π.Χ., η οποία δεν διαφέρει πολύ από τις αρμένικες.

Μερικές οικοτυπικές ιδιαιτερότητες του «κακού ματιού» στην Αρμενία, που όμως έχουν σχέση περισσότερο με   ορισμένα φυλακτά και πρόκειται για φυτά και ζώα, θα έλεγα είναι σύμβολα κλειδιά, με βαθύτερη αναγωγή στην παλαιότερη πολιτισμική ιστορία των Αρμενίων, γιατί ως προς τα άλλα οι ομοιότητες με τους γειτονικούς και πιο απομακρυσμένους λαούς είναι γενικότερες.

Τρία φυτά-δέντρα που προστατεύουν από το «κακό μάτι:

α) Ιερό δέντρο και αποτρεπτικό είναι η ιτιά ουρρενί. Το ιερό αυτό δέντρο λατρευόταν από τους πανάρχαιους χρόνους από τους Ινδοευρωπαίους και από άλλους λαούς, όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως και πολλά άλλα παγανιστικά σύμβολα, εκχριστιανίστηκε, φαινόμενο γενικότερο αλλά και ειδικότερο εδώ για το «κακό μάτι». Αναφέρεται ότι υπήρχε μοναστήρι στο Ταρόν ονομαζόμενο Εγντρί, όπου. σύμφωνα με τη παράδοση, ο Απόστολος Θαδδαίος  έκρυψε λίγο λάδι  κοντά σ’ αυτό το φυτό στη  θέση του μοναστηριού.  Φως κατέβηκε από τον ουρανό και Άγιος Γρηγόριος ο Φωτιστής  το βρήκε. Μέχρι την περίοδο της γενοκτονίας υπήρχε ένα τέτοιο δέντρο εκεί και όλοι το φρόντιζαν με μεγάλη προσοχή. Η ιερότητα της ιτιάς προκύπτει και από άλλες χρήσεις, π.χ. από το ξύλο της κατασκευάζεται η σκάφη όπου ζυμώνουν τα ψωμιά του γάμου στο χωριό Παρπί του Ασταράκ, σαν φυλακτό από το «κακό μάτι» χρησιμοποιείται  ένα κλαδί της  που έχει ευλογηθεί από τον ιερέα τη γιορτή των Βαίων  κλπ.

β) Σημαντικό ρόλο  παίζει, όπως ήδη ανέφερα και ο απήγανος spand (από το ιραν. sipand)  για την αποτροπή του «κακού ματιού» και γενικά κάθε κακού. Ο απήγανος επίσης είναι φυτό ευρύτατης μαγικής χρήσης στην Εγγύς και Μέση Ανατολή καθώς και στη Μεσόγειο. Τον απήγανο τον  ρίχνουν στα παρεκκλήσια. Άλλοι καίνε λιβάνι με σπόρους απήγανου κατά του «κακού ματιού». Τον πλέκουν σε πλεξούδα  και τον κρεμούν σε περίοπτη θέση  έξω από το κατάστημα, το περίπτερο ή το σπίτι τους. (Για τον απήγανο στους Αρμενίους σε συσχετισμό με τους γειτονικούς λαούς, βλ.την διεξοδική μελέτη της Πετροσιάν και ειδικά για τους Ιρανούς τις μελέτες του Donaldson.

γ) Το φυτό πρντσι τζαρ (viburnum opulus), το χιoνανθές, παίζει σημαντικό ρόλο στον πολιτισμό των Αρμενίων. Το φυτεύουν στα οικογενειακά νεκροταφεία και θεωρείται φυτό ιερό, που έχει μαγική και γονιμοποιό δύναμη. Από το ξύλο του φτιάχνουν φυλαχτά κατά της βασκανίας, ενώ τα φύλλα του τα τρώνε για τη θεραπεία της.

Το φυτό αυτό γνωστό με την ονομασία του καλίνα/καλίνκα στους Σλάβους θεωρείται επίσης ιερό και είναι πολυτραγουδισμένο. Στους Ουκρανούς αναφέρεται στον στρατιωτικό επαναστατικό ύμνο tservοna kalina. Το κεντούν στα πουκάμισα και στις πετσέτες και τα μαντίλια, ενώ στους Ρώσους παίζει σημαντικό ρόλο στον παραδοσιακό γάμο και ιδιαίτερα στην πρώτη νύχτα του γάμου. Στην παγανιστική σλαβική μυθολογία συνδέεται με τη δημιουργία του κόσμου, ενώ μεταφορικά δηλώνει μια νέα και όμορφη κοπέλα. Αυτό δείχνει και τη συνάφεια Αρμενίων/ Θρακοφρυγών με το σλαβοβαλτικό στοιχείο.

Θα κλείσω με ένα ιδιαίτερο ζώο, το βάτραχο κορντ. Η λατρεία του βατράχου και των βατραχόλιθων σύμφωνα με τον Αρμένιο λαογράφο Β. Μπντογιάν είναι ταυτόχρονη. Και αν δεν χρονολογείται από την παλαιολιθική εποχή  έχει εξελιχθεί τουλάχιστον από τη νεολιθική εποχή. Η βατραχόπετρα είναι πρόδρομος της δρακόπετρας (βισάπ), ενώ τα πρωταρχικά ονόματα τους έχουν χαθεί. Η  βατραχόπετρα ήταν η υλική παρουσία της θεότητας της βροχής που   συνδέεται με τη υγρασία και τον κάτω κόσμο και την αρχαία θεά Ναρ. Με αυτή τη σημασία ο βάτραχος παριστάνεται συχνά στα χαλιά στη ρίζα του δέντρου, όπως σε ένα χαλί τύπου Χοράν από το χωριό Οτζούν του 1910. Ο βάτραχος όμως παριστάνεται, εκτός από τα χαλιά,  και  σε  χρυσό, ορείχαλκo, φυλακτά βατράχους, τεπχουλούνκ κλπ.

Ο ρόλος του βατράχου ως συμβόλου για τη σύλληψη και τη γονιμότητα  των γυναικών είναι μεγάλος στην Αρμενία. Μέχρι τελευταία στα αρμένικα χωριά η θεραπεία των στείρων γυναικών η προστασία  της εγκύου γυναίκας και της μητέρας συνδεόταν με τους βατράχους.

Στις αρμένικες παραδόσεις ο βάτραχος συνδέεται με την έγκυο νύφη και στα λαϊκά παραμύθια είναι ένα κορίτσι που υφαίνει χαλιά. Τα υγρά βρύα οι Αρμένιοι τα ονομάζουν «χαλί του βατράχου» ή «μαλλί του βατράχου», είναι επομένως λογικό οι υφάντρες των χαλιών να παίρνουν τη μορφή αυτού του  σεβαστού ζώου και να το παριστάνουν σαν ταλισμάν (φυλακτό) πάνω στα χαλιά της προίκας.

Ο βάτραχος προκαλεί φόβο ιδιαίτερα τη νύχτα. Δεν πρέπει να τον κτυπήσουν με πέτρα αλλά να φτύσουν στα χέρια τους και στα πόδια τους. Θεωρούν ότι προκαλεί τις κρεατοελιές που ονομάζονται «βατραχάκια», δηλ. Ακροχόρδονες - μυρμηγκιές (κορντνούκ). Λέξεις που περιέχουν τον ελληνο-αρμενικό ισόγλωσσο κορντ-χορδ, δηλ. βάτραχος. ΄Αλλωστε η ίδια πίστη υπάρχει και στην Ελλάδα, ότι δηλ. οι ακροχόρδονες παρουσιάζονται στα χέρια όποιου πιάσει βάτραχο. Επίσης ότι πέφτουν τα δόντια, γι’ αυτό κρατούν το στόμα τους κλειστό όταν τον δουν.

Share
 

Για να εξασφαλίσουμε τη σωστή λειτουργία του ιστότοπου, μερικές φορές τοποθετούμε μικρά αρχεία δεδομένων στον υπολογιστή σας, τα λεγόμενα «cookies». Οι περισσότεροι μεγάλοι ιστότοποι κάνουν το ίδιο. Περισσότερα...

"Δέχομαι"


ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΙΒΛΙΩΝ


διαφήμιση στο αρμενικά

armenian community

Online Επισκέπτες

Έχουμε 52 επισκέπτες συνδεδεμένους