Βορτάν Γκαρμίρ Εκτύπωση E-mail

 

Της Κα­για­νέ Μιρζο­γιάν

Με­τά­φρα­ση: Μοβ­σε­σιάν Μί­κυ

Oκτώβριός - Δεκέμβριός 2012 τεύχος 75

 

 

Αρχαίο σύμβολο δύναμης και θαυμασμού, ομορφιάς και ευγενούς καταγωγής, το μόνο πλάσμα που η δόξα του δεν διαβρώνεται με τη φθορά του χρόνου. Μπορεί να ακουστεί περίεργο ότι οι αρετές αυτές αναφέρονται σε ένα κόκκινο έντομο 12 χιλιοστών. Ωστόσο, το ταπεινό αυτό φολιδωτό έντομο βρίσκεται στη βάση της δημιουργίας μιας από τις σπανιότερες και ιδιαίτερες χρωστικές ουσίες, που γνώρισε ο άνθρωπος. Το μυστικό παρασκευής αυτού του πραγματικά μόνιμου χρώματος, που αψηφά τις καταστρεπτικές δυνάμεις του φωτός, της θερμοκρασίας, της υγρασίας και του χρόνου, φυλάχθηκε από τους Αρμένιους προγόνους μας για πάνω από 2.000 χρόνια, περνώντας από γενιά σε γενιά. Δυστυχώς, το μυστικό χάθηκε μόνον 100 χρόνια πριν, καθώς τεχνητές χρωστικές ουσίες γίνονταν ευρύτερα αποδεκτές από τους καταναλωτές.

 

Αυ­τό το μι­κρό, ι­διαί­τε­ρο έ­ντο­μο...

Α­νά­με­σα στα βά­ζα υπήρ­χε και έ­να γε­μά­το με έ­να πα­χύρ­ρευστο βα­θύ­χρω­μο πορ­φυ­ρό υ­γρό, που έ­μοια­ζε με μαρ­με­λά­δα κόκ­κι­νων βα­τό­μουρων. Ι­δού το «Βορ­τάν Γκαρ­μίρ» δή­λω­σε ο ξε­να­γός μου, Αρ­μέν Σα­χα­κιάν.

Το μι­κρό δω­μα­τιά­κι του Μα­ντε­να­τα­ράν1 στο ο­ποί­ο βρι­σκό­μουν, ή­ταν α­σφυ­κτι­κά γε­μά­το από το πά­τω­μα ως το τα­βά­νι με κρε­μα­στές βι­βλιο­θή­κες. Πά­νω σε έ­ναν πά­γκο βρι­σκό­ταν α­νοιγ­μέ­νη μια Α­γί­α Γραφή του 17ου αιώ­να. Ό­λα στην αί­θουσα εί­χαν έ­ναν α­έ­ρα ιε­ρο­σύ­νης, ω­στό­σο, χω­ρίς να το σκε­φτώ, άγ­γι­ξα το βά­ζο. Προς με­γά­λη μου έκ­πληξη, το βά­ζο με τη «μαρ­με­λά­δα» α­πό έ­ντο­μα μύρι­ζε πολύ ό­μορ­φα. Θύ­μι­ζε παλιό κρα­σί άριστης ποιό­τητας. Πα­ρά την ο­σφρη­τι­κή τους πρό­κλη­ση, βέ­βαια, αυ­τά τα α­πο­ξη­ρα­μέ­να και κα­τερ­γα­σμέ­να έντο­μα δεν προ­ο­ρί­ζο­νταν να φα­γω­θούν ή να κα­τα­να­λω­θούν με κα­νέ­ναν τρό­πο. Δεί­χνο­ντας τη λε­πτή πα­λέ­τα των ε­πτά χρωμά­των, που κά­λυ­πταν έ­να φά­σμα α­πό το σκού­ρο μπλε και το ιώ­δες του βα­τό­μουρου ως το πορ­το­κα­λί της Τζά­φα2, ο Αρ­μέν δή­λω­σε ότι αυ­τά εί­ναι τα χρώ­μα­τα του Βορ­τάν. Σε ό­λο τον κό­σμο, μό­νο πο­λύ λί­γοι έ­χουν πρό­σβα­ση σε αυτά. Τα δο­χεί­α ό­μως μπρο­στά μου δεν απο­τε­λού­σαν μί­α πλή­ρη σει­ρά, κα­θό­τι έ­λει­πε έ­να. Ου­σια­στι­κά, ο τό­νος που έλει­πε ή­ταν η διά­ση­μη πα­γκο­σμί­ως α­πό­χρω­ση του γνη­σιό­τε­ρου πορ­φυρού χρώ­μα­τος, που έ­κα­νε το έ­ντο­μο κο­χε­νίλ­λη3 του Α­ρα­ράτ.

 

Η α­πώ­λεια του θαύμα­τος της Δύ­σης

Το χρώ­μα πα­ρα­σκευα­ζόταν στην κοι­λά­δα του Α­ρα­ράτ α­πό την αρ­χαιό­τη­τα. Η Βί­βλος α­να­φέ­ρει ό­τι οι α­πό­γο­νοι του Νώ­ε φο­ρού­σαν ρού­χα βαμ­μέ­να με έ­να κόκ­κι­νο χρώ­μα προ­ερ­χό­με­νο α­πό έ­να φο­λι­δω­τό έ­ντο­μο.

Κα­τα­γρα­φές του Σαρ­γκόν του Β΄4, α­πό το 714 π.Χ, εκ­θειά­ζουν τα πο­λύ­τι­μα πορφυ­ρά υ­φά­σμα­τα, τρό­παια πο­λέ­μου α­πό τη χώ­ρα γύ­ρω α­πό το Α­ρα­ράτ. Η χρω­στι­κή ου­σί­α που εξα­γό­ταν α­πό το έ­ντο­μο χρη­σι­μο­ποιεί­το α­πό βα­σι­λείς και ιε­ρείς, ώ­στε να σφρα­γί­ζουν τα ση­μα­ντι­κό­τε­ρα έγ­γρα­φα. Πα­ράλλη­λα, οι για­τροί εκ­με­ταλλεύ­ο­νταν τις ια­τρι­κές του ι­διό­τη­τες ως α­ντι­πυ­ρε­τι­κό, α­ντι­ση­πτι­κό και α­ντι­συλ­λη­πτι­κό. Τα υ­φά­σματα α­πό το αρ­με­νι­κό κρε­με­ζί εί­χαν με­γάλη α­ξί­α στην Ελ­λά­δα και τη Ρώ­μη. Οι βα­σί­λισ­σες - πρό­τυ­πα ο­μορ­φιάς της επο­χής- χρη­σι­μο­ποιού­σαν τη χρω­στι­κή ως καλ­λυ­ντι­κό.

Με­γα­λύ­τε­ρη α­να­γνώ­ρι­ση ήρ­θε κα­τά την Α­ρα­βι­κή ει­σβο­λή, στην πε­ρί­ο­δο με­τα­ξύ του 7ου και του 9ου αιώ­να μ.Χ, ό­ταν οι Ευ­ρω­παί­οι δή­λω­σαν ό­τι ή­ταν το «Θαύ­μα της Δύ­σης», χά­ρη στη μο­να­δι­κή του ι­κα­νό­τη­τα να τέρ­πει το μά­τι. Οι ι­διαί­τε­ρες πε­ριγρα­φές του χρώ­μα­τος και του ε­ντό­μου συ­να­ντώ­νται στις ση­μειώ­σεις Α­ρά­βων ταξι­δευ­τών και ε­ξε­ρευ­νη­τών. Έ­νας πε­ριώ­νυ­μος συγγρα­φέ­ας και γε­ω­γρά­φος, ο Α­μπού-Ι­σα­άκ Αλ-Ι­σταρ­χί, α­να­φέ­ρει στο βι­βλί­ο του «Ο Χάρ­της των Βα­σι­λεί­ων» το 930 μ.Χ.:

«Στην πό­λη Ντα­μπίλ (ή Ντβιν, στην Αρ­με­νί­α) φτιάχνο­νται μάλ­λι­να φο­ρέ­μα­τα, χα­λιά, μα­ξι­λά­ρια, σέ­λες, σχοι­νιά και πολ­λά άλ­λα α­ντι­κεί­με­να. Το κρε­με­ζί χρώ­μα πα­ρα­σκευά­ζε­ται ε­δώ και χρη­σι­μο­ποιεί­ται για τη βα­φή υ­φα­σμά­των. Ανα­κά­λυ­ψα ό­τι ε­ξά­γε­ται α­πό τις προ­νύμ­φες των ε­ντό­μων, που πλέ­κουν νή­μα ό­πως α­κρι­βώς και οι με­τα­ξοσκώ­λη­κες».

Εί­ναι διε­θνώς γνω­στό ό­τι το Βορ­τάν δεν πλέ­κει νή­μα. Ί­σως αυ­τό να α­πο­τε­λεί μαρ­τυ­ρί­α της ε­πι­φυ­λα­κτι­κό­τη­τας των Αρ­με­νί­ων σχε­τι­κά με το προ­ϊ­όν τους, ώ­στε ε­σκεμ­μέ­να να πα­ρα­πλη­ρο­φο­ρούν τους ξέ­νους σχε­τι­κά με τον τρό­πο πα­ρα­γω­γής της χρω­στι­κής. Έ­νας άλ­λος Ά­ρα­βας τα­ξι­δευ­τής, ο Σαμ­ς Ου­ντ-Ντιν Αλ-Μου­κα­ντάς, έ­δω­σε μια πει­στι­κό­τε­ρη α­να­φο­ρά:

«Ο Κέρ­μης είναι έ­να σκου­λή­κι που ζει στο έ­δα­φος. Οι γυ­ναί­κες συλ­λέ­γουν τα σκου­λή­κια σε χάλ­κι­να δο­χεί­α….. που αρ­γό­τε­ρα το­πο­θε­τούν σε φούρ­νους».

Την πε­ρί­ο­δο με­τα­ξύ του 9ου και 11ου αιώ­να μ.Χ. οι Αρ­μέ­νιοι δρα­στη­ριο­ποιού­νταν στο διε­θνές ε­μπό­ριο. Το Ντβιν ή­ταν έ­να κομ­βι­κό ε­μπο­ρι­κό πέ­ρα­σμα. Έ­να α­πό τα βα­σι­κά ε­ξα­γώ­γι­μα προ­ϊ­όντα ή­ταν το κρε­μέ­ζι5. Τα αρ­με­νι­κά χα­λιά α­πό κόκ­κι­νο μαλ­λί ή­ταν πο­λύ της μό­δας στην αρ­χαιό­τη­τα. Κρί­νο­ντας α­πό την υ­ψη­λή α­ξί­α του Βορ­τάν, η πα­ρα­σκευ­ή του ή­ταν σί­γου­ρα πο­λύ προ­σο­δο­φό­ρα και φυ­σι­κά το ε­μπό­ριό του άνθι­σε. Ε­κτός α­πό το Ντβιν, ή­ταν γνω­στό και το Αρ­ντα­σά­ντ για τις βα­φές του. Α­πό τον 7ο ως τον 13ο αιώ­να, υ­πήρ­χαν τό­σοι πολ­λοί πα­ρα­σκευα­στές του χρώ­ματος σ’ αυ­τήν την πό­λη, που συ­χνά ο­νο­μα­ζό­ταν Κιρ­μίζ (τουρ­κι­κή α­πό­δο­ση του κρε­με­ζιού). Στην κα­το­πι­νή πε­ρί­ο­δο υ­πάρ­χουν μαρ­τυ­ρί­ες, ό­τι ο Στρα­ντι­βά­ρι6 και ο Λε­ο­νάρ­ντο Ντα Βί­ντσι7 χρη­σι­μο­ποί­ησαν αρ­με­νι­κό κρεμέ­ζι, ε­νώ ο Ρέ­μπρα­ντ8 προ­σπά­θη­σε να το α­πο­κτήσει.

Με την α­να­κά­λυ­ψη της Α­με­ρι­κής α­πό τον Κο­λόμ­βο, το Βορ­τάν Γκαρμίρ έ­δω­σε τη σει­ρά του στο μα­κρι­νό του ξά­δερ­φο, τη νο­τιο­α­με­ρι­κα­νι­κή κο­χε­νίλ­λη.

Έ­χο­ντας έρ­θει α­πό τον Νέ­ο Κό­σμο, το νέ­ο έ­ντο­μο έ­γι­νε γρή­γο­ρα δη­μο­φι­λές, λό­γω της ευ­χρη­στί­ας του στην πα­ρα­γωγή και τη δια­θε­σι­μό­τη­τα. Βέ­βαια, οι ι­διό­τη­τές του δε συ­γκρί­νο­νταν σε τί­πο­τα με αυτές του Βορ­τάν Γκαρ­μίρ, αλ­λά το νε­ο­ει­σα­χθέν έ­ντο­μο άρ­χι­σε να χρη­σι­μο­ποιεί­ται ό­λο και ευ­ρύ­τε­ρα.

 

Η υ­πό­γεια ζω­ή της Κο­χε­νίλ­λης του Α­ρα­ράτ

Η ζω­ή των ε­ρυ­θρών αυ­τών ε­ντό­μων περι­βάλ­λε­ται α­πό μυ­στήριο. Περ­νούν το με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος της ζω­ής τους σε βά­θος μέ­χρι και πέ­ντε ε­κα­το­στά κάτω α­πό το έ­δα­φος.

Βγαί­νουν στην ε­πι­φά­νεια μό­νο την ε­πο­χή του ζευ­γα­ρώ­μα­τος, που διαρ­κεί 40 πε­ρί­που μέ­ρες κατά τους μή­νες Σε­πτέμ­βριο και Ο­κτώ­βριο.

Με­τά τη γο­νι­μο­ποί­η­ση, τα θη­λυκά ε­πι­στρέ­φουν στο υ­πέ­δα­φος και γεν­νούν τα αυ­γά τους.

Έ­χο­ντας ε­πιτε­λέ­σει την α­πο­στο­λή τους, τα ε­νή­λι­κα θη­λυκά σύ­ντο­μα πε­θαί­νουν.

Τα θη­λυ­κά δια­φέ­ρουν α­πό τα αρ­σε­νι­κά. Εί­ναι με­γα­λύ­τε­ρα και έ­χουν ω­ο­ει­δές σχή­μα.

Μό­νο τα θηλυ­κά χρη­σι­μο­ποιού­νται για την ε­ξα­γω­γή του χρώ­μα­τος.

Για να πα­ρα­τη­ρή­σε­τε τα έ­ντο­μα στο φυ­σι­κό τους πε­ριβάλ­λον, πρέ­πει να τα­ξι­δέ­ψε­τε στις πα­γω­μένες ε­κτά­σεις της κοι­λά­δας του Α­ρα­ράτ, έ­να πρω­ι­νό του πρώ­ι­μου Φθι­νο­πώ­ρου.

Θα δεί­τε σί­γου­ρα τις φω­τει­νές λι­μνού­λες με τα συ­να­θροι­σμένα κρε­με­ζί έ­ντο­μα.

Οι ντό­πιοι ι­σχυ­ρί­ζο­νται ό­τι πα­λαιότε­ρα υ­πήρ­χαν τό­σα πολ­λά Βορ­τάν Γκαρ­μίρ, που έ­κα­ναν ό­λη την πε­διά­δα να μοιά­ζει σκε­πα­σμέ­νη με έ­να κρε­με­ζί χα­λί.

Το μα­γι­κό φίλ­τρο9 του Α­ζα­ζέλ10 σε

αρ­με­νι­κή έκ­δο­ση

Ο Αρ­μέν Σα­χα­κιάν πα­ρα­δέ­χε­ται: «Κατα­φέρα­με να ε­ξά­γου­με ε­κεί­νο το κρε­με­ζί χρώ­μα που α­να­φέ­ρε­ται ως τζι­ρα­νί (βε­ρι­κο­κί) στα χει­ρό­γρα­φα, αλ­λά έ­χου­με πρό­βλη­μα με τη στα­θε­ρο­ποί­η­σή του. Το χρώ­μα αλ­λά­ζει γρή­γο­ρα τό­νο».

Ω­στό­σο, η α­να­ζή­τη­ση της αρ­χαί­ας συ­ντα­γής συ­νε­χί­ζε­ται στο Μα­ντε­να­τα­ράν. Οι ελπί­δες στη­ρί­ζονται στα πει­ρά­μα­τα με τις ρί­ζες του ιν­δι­κού Λω­τού, κα­θώς πολ­λοί αρχαί­οι συγ­γρα­φείς δή­λω­σαν ό­τι αυ­τές βο­η­θούν στη φω­τει­νό­τη­τα του ε­πι­θυ­μη­τού τό­νου του κρε­με­ζιού.

Για κά­μπο­σο και­ρό, οι ε­πι­στήμο­νες ή­ταν προ­βλη­μα­τι­σμέ­νοι σχε­τι­κά με το α­πό­θε­μα λί­πους του ε­ντό­μου. Α­πο­τε­λώ­ντας το 30% του συ­νο­λι­κού του βά­ρους, έ­μπαι­νε ε­μπό­διο στην λή­ψη του χρώ­μα­τος που α­πο­τε­λεί μό­νο το 2-5% του βά­ρους του. Εν τέ­λει, το πρό­βλη­μα λύ­θη­κε στο Μα­ντε­να­τα­ράν. Πέ­τυ­χαν να το δια­χω­ρίσουν στη διάρ­κεια της δια­δι­κα­σί­ας βρα­σμού, με τον ί­διο τρό­πο που συλ­λέ­γε­ται η γλυ­κε­ρί­νη κα­τά την παρα­γω­γή του σα­που­νιού. Μια α­πό τις συ­ντα­γές, γραμ­μέ­νη το 1830 α­πό τον Αρ­χιμαν­δρί­τη του μο­να­στη­ριού του Ε­τσμια­τζίν11, Ι­σα­άκ Ντερ-Κρι­κο­ριάν, α­να­φέ­ρει:

«Αφ’ ό­του τα έ­ντο­μα νε­κρω­θούν σε διάλυ­μα αν­θρακι­κού κα­λί­ου, θα πα­ρα­μεί­νουν στο νε­ρό για 24 ώ­ρες. Με­τά θα βρά­σουν σε διά­λυ­μα σα­πω­να­ρί­ας12 και θα τους προστε­θούν λύ­θρο13 και α­λου­νί­της 14. Με­τά θα φιλ­τρα­ρι­στούν και θα στε­γνώ­σουν».

Ε­κτός από το έ­ντο­μο, στο μείγ­μα υ­πάρ­χουν α­κό­μα λί­πος σκα­ντζό­χοι­ρου, αυ­γά μυρ­μη­γκιών και άλ­λα πε­ρί­ερ­γα… Ω­στό­σο, ί­σως το πιο ση­μα­ντι­κό «συ­στα­τι­κό» του μυ­στη­ριώ­δους χρώ­μα­τος να εί­ναι η προ­σευ­χή, που θα α­παγ­γελ­θεί την ώ­ρα της δια­δι­κα­σί­ας πα­ρα­σκευ­ής, του­λά­χι­στον τρεις φο­ρές.

«Τα αρ­χαία χει­ρό­γρα­φα μας δίνουν στοι­χεί­α που θα ή­ταν α­δύ­να­το να α­πο­κρυ­πτο­γρα­φη­θούν, χωρίς τη γνώ­ση της Α­γί­ας Γρα­φής. Γε­νι­κο­λο­γώ­ντας, οι πρό­γο­νοί μας δε θα άρ­χι­ζαν τί­πο­τα χω­ρίς έ­στω μί­α προ­σευ­χή».

Αυ­τό τό­νισε ο Αρ­μέν Σα­χα­κιάν, που δια­κο­νεύ­ει σε μια α­πό τις εκ­κλη­σί­ες του Ερε­βάν, από το 1993. Στις αί­θου­σες εκ­θέ­σε­ων του Μα­ντε­να­τα­ράν, ο κα­θέ­νας μπο­ρεί να α­πο­λαύ­σει τα λε­πτο­δου­λε­μέ­να χει­ρό­γρα­φα των αρ­χαί­ων δα­σκά­λων. Οι ει­κό­νες έ­χουν δια­τη­ρή­σει την πρω­τό­τυ­πη φρε­σκά­δα τους πα­ρά το γε­γο­νός ό­τι πολ­λά α­πό αυ­τά έ­τυ­χαν κα­κο­με­τα­χεί­ρι­σης και φυ­λάχθη­καν κά­τω α­πό δυ­σμε­νείς συν­θή­κες.

Με σκο­πό να σώ­σουν τα βι­βλί­α α­πό τις συ­χνές ε­πι­θέσεις ε­χθρών, οι Αρ­μέ­νιοι τα ε­ντοί­χι­σαν ή τα έ­θα­ψαν στο έ­δα­φος. Ευ­τυ­χώς, ού­τε η υ­γρα­σί­α των μο­να­στη­ριών, ού­τε το ε­χθρι­κό πε­ρι­βάλ­λον του χώ­μα­τος κα­τά­φε­ραν να σβή­σουν την κρε­με­ζιά φω­τιά του Βορ­τάν Γκαρ­μίρ. Πράγ­μα­τι, το πλά­σμα αυ­τό παί­ζει ση­μα­ντικό ρό­λο στη δια­τή­ρη­ση των χει­ρο­γρά­φων.

Εί­ναι, ε­πί­σης, διά­ση­μο για την έ­ντο­να α­να­ζω­ο­γο­νη­τι­κή του ε­πί­δρα­ση στο αν­θρώπι­νο δέρ­μα. Ο Αρ­μέν Σα­χα­κιάν έ­χει ξο­δέψει πά­νω α­πό μια δε­κα­ε­τί­α για την ε­πα­να­δη­μιουρ­γί­α μιας δερ­μα­τι­κής α­λοι­φής α­πό το Βορ­τάν. Σή­με­ρα, η ε­λα­φρώς ροζ κρέμα «Βορ­τάν Γκαρ­μίρ» δια­τί­θεται στην α­γο­ρά, για να βο­η­θή­σει ό­σους «κυ­νη­γούν τη νε­ό­τη­τα». Έ­χει α­πί­στευτες ι­διό­τητες. Έ­χει α­ντιο­ξει­δω­τι­κή, ε­νυ­δα­τι­κή, κα­θα­ρι­στική σε βά­θος και α­ντι­ση­πτι­κή δρά­ση για το δέρ­μα.

Στη με­σαιω­νι­κή Αρ­με­νί­α, μόνο οι κυ­ρί­ες της α­νώ­τε­ρης κοι­νω­νί­ας μπο­ρού­σαν να εκ­με­ταλ­λευ­τούν το Βορ­τάν, αλ­λά τώ­ρα με τις προ­σπά­θειες του Αρ­μέν Σα­χακιάν και άλ­λων, εί­ναι κά­πως πιο προ­σι­τό. Η μα­γι­κή κρέ­μα έ­χει ή­δη κερ­δί­σει την α­να­γνώ­ρι­ση στην Ευ­ρώ­πη και τη Ρω­σί­α. Με τα λό­για του Σα­χα­κιάν:

«Ό,τι κα­τα­φέρα­με στο Ίδρυ­μά μας ως τώ­ρα δεν εί­ναι πα­ρά στα­γό­να στον ω­κε­α­νό. Τα χει­ρό­γρα­φα του Μα­ντε­να­τα­ράν πε­ριέ­χουν πολ­λά α­κό­μα μυ­στι­κά, που πε­ρι­μέ­νουν να α­να­κα­λυφθούν».

 

Γλωσ­σά­ρι

1. Ιν­στι­τού­το Αρχαί­ων Χει­ρο­γρά­φων «Μεσ­ρώπ Μαστότ­ς»: Γνω­στό και ως Μα­ντενα­τα­ράν, εί­ναι έ­να αρ­χεί­ο αρ­χαί­ων χει­ρο­γρά­φων στο Ε­ρε­βάν της Αρ­με­νί­ας. Πε­ρι­λαμ­βά­νει μια από τις πλου­σιό­τε­ρες συλλο­γές μεσαιω­νι­κών χει­ρο­γρά­φων και βι­βλί­ων που α­φο­ρούν έ­να ευ­ρύ φά­σμα θεμά­των, ι­στο­ρι­κών, φι­λο­σο­φι­κών, ια­τρι­κών, φι­λο­λο­γι­κών, καλ­λι­τε­χνι­κών και κο­σμο­γρα­φι­κών στ’ αρμε­νι­κά και σε πολ­λές άλ­λες γλώσ­σες.

2. Πορ­το­κά­λι της Τζά­φα: Γνω­στό και ως πορ­το­κά­λι Σα­μού­τι, εί­ναι μια γλυ­κιά, ά­σπο­ρη ποι­κι­λί­α πορ­το­κα­λιού. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στα μέ­σα του 19ου αιώ­να αλ­λά πή­ρε το ό­νο­μά του α­πό την πό­λη της Τζά­φα, ό­που καλ­λιεργή­θη­κε για πρώ­τη φο­ρά, με σκο­πό την ε­ξα­γω­γή. Σύμ­βο­λο πα­ρα­γω­γής της Παλαι­στί­νης, α­πο­τε­λεί προ­ϊ­όν του Ισ­ρα­ήλ, της Κύ­πρου, του Ι­ράκ, του Λι­βά­νου, της Συ­ρί­ας και της Τουρ­κί­ας.

3. Κο­χε­νίλ­λη (Dactylopius coccus): Κοι­νή ο­νο­μα­σί­α δια­φόρων ει­δών η­μί­πτε­ρων ε­ντό­μων της οι­κο­γέ­νειας των κοκ­κι­δών, της υ­πό­τα­ξης των ο­μο­πτέ­ρων. Α­πό τα ση­μα­ντι­κό­τε­ρα εί­δη α­να­φέ­ρο­νται το Coccus cacti, εν­δη­μι­κό του Μεξι­κού, το ο­ποί­ο ζει πά­νω στα κλα­διά της φρα­γκο­συ­κιάς, ε­νώ το α­πο­ξη­ρα­μέ­νο σώ­μα του πε­ριέ­χει κα­τά 50% πε­ρί­που μια κόκ­κι­νη χρω­στι­κή ου­σί­α, που λέ­γε­ται καρμίνη ή καρ­μι­νι­κό ο­ξύ. Το καρ­μι­νι­κό ο­ξύ α­πο­τε­λεί τυ­πι­κά το 17-24% του βά­ρους του α­πο­ξη­ρα­μέ­νου ε­ντό­μου και μπο­ρεί να ε­ξα­χθεί α­πό το σώ­μα και τα αβγά του. Έ­πει­τα α­να­μι­γνύ­ε­ται με ά­λα­τα α­λου­μι­νί­ου ή α­σβε­στί­ου για να πα­ρα­χθεί το χρώμα καρ­μί­νη, που χρη­σι­μο­ποιεί­ται, σή­με­ρα, κυρί­ως στα καλ­λυ­ντι­κά και ως χρω­στι­κή ου­σί­α για τρό­φι­μα.

4. Σαρ­γκόν Β’: Ασ­σύ­ριος βα­σι­λιάς (722-705 πΧ). Το 722 π.Χ. έ­γι­νε ο μο­να­δι­κός άρ­χοντας του βα­σι­λεί­ου της Βα­βυ­λώ­νας. Δα­νεί­στηκε το ό­νο­μα “Σά­ρου-Κί­νου” (α­λη­θι­νός βα­σι­λιάς) α­πό τον ι­δρυ­τή της πρώ­της Ση­μι­τι­κής Αυ­το­κρα­το­ρί­ας σε ε­κεί­νη την πε­ριο­χή, τον Σαρ­γκόν της Ακ­κάδ, πε­ρί­που 16 αιώ­νες νω­ρί­τε­ρα. Σαρ­γκόν εί­ναι η Βι­βλι­κή μορ­φή του ο­νό­μα­τος.

5. Κρε­μέ­ζι (Crimson): Φω­τει­νή, βαθυ­κόκ­κι­νη χρω­στι­κή ου­σί­α που πα­ρά­γε­ται α­πό τα α­βγά του ε­ντό­μου κέρ­μης (Kermes vermilio).

6. Α­ντό­νιο Στρα­ντι­βά­ρι (1644 - 18 Δε­κεμ­βρί­ου 1737): Ο ση­μα­ντι­κό­τε­ρος και κα­λύ­τε­ρος Ι­τα­λός κα­τασκευα­στής νυ­κτών εγ­χόρ­δων μου­σι­κών ορ­γά­νων. Τα όρ­γα­να που κα­τα­σκεύ­α­σε εί­ναι γνω­στά με τη ε­κλα­τι­νι­σμέ­νη μορ­φή του ε­πι­θέ­του του, Στρα­ντι­βά­ριους.

7.Λε­ο­νάρ­ντο ντα Βίντσι (15 Α­πρι­λί­ου 1452 - 2 Μα­ΐ­ου 1519): Ιτα­λός αρ­χι­τέ­κτο­νας, ζω­γρά­φος, γλύ­πτης, μου­σι­κός, ε­φευ­ρέ­της, μη­χα­νι­κός, α­να­τό­μος, α­στρο­νό­μος, γε­ω­μέ­τρης και ε­πι­στή­μο­νας που έ­ζη­σε την πε­ρί­ο­δο της Α­να­γέν­νη­σης. Θε­ωρεί­ται μια ι­διο­φυ­ής προ­σω­πι­κό­τη­τα. Με­τα­ξύ των πιο διά­ση­μων έρ­γων του είναι η Μό­να Λί­ζα και ο Μυ­στι­κός Δεί­πνος.

8. Ρέ­μπρα­ντ Χάρ­μεν­σζον φαν Ρά­ιν (15 Ιου­λί­ου 1606 - 4 Ο­κτω­βρί­ου 1669): Γνω­στός ευ­ρύτε­ρα ως Ρέ­μπρα­ντ, ολλανδός ζω­γρά­φος και χα­ρά­κτης του 17ου αιώ­να. Συ­γκα­τα­λέ­γε­ται α­νά­με­σα στους κο­ρυ­φαί­ους ζω­γράφους ό­λων των ε­πο­χών.

9. Ο Α­φέ­ντης και η Μαρ­γα­ρί­τα (The Master and Marguerite): Έρ­γο του Μι­χα­ήλ Μπουλ­κά­κωφ, σε ση­μεί­ο του ο­ποί­ου πε­ρι­γρά­φε­ται η Μαρ­γα­ρίτα να α­λεί­φει στο σώ­μα της το μα­γι­κό φίλ­τρο του Α­ζα­ζέ­λο.

10. Α­ζα­ζέλ ή Α­ζα­ζα­ήλ: Αγ­γε­λιοφό­ρος και δο­λο­φο­νι­κός, ί­σως έ­νας α­πό τους ιπ­πείς της Απο­κά­λυ­ψης. Εί­ναι ο έκ­πτω­τος άγ­γε­λος που έδει­ξε στους αν­θρώ­πους να φτιά­χνουν ό­πλα και κο­σμή­μα­τα και στις γυ­ναί­κες την α­μαρ­τωλή τέ­χνη να ζω­γρα­φί­ζουν το πρό­σω­πό τους. Η έν­νοια του ο­νό­μα­τος εί­ναι «Αυ­τός που δυ­να­μώ­νει ο Θε­ός».

11. Κα­θε­δρι­κός ναός του Ε­τσμια­τζίν: Εί­ναι ο αρ­χαιό­τε­ρος χρι­στια­νι­κός να­ός της Αρ­με­νί­ας. Χτί­στη­κε το 301-303 μ.Χ. α­πό τον Κρι­κόρ Λου­σα­βο­ρίτ­ς (Γρη­γό­ριος ο Φω­τι­στής), τον ι­δρυ­τή της Αρ­με­νι­κής Γρη­γο­ρια­νής Εκ­κλη­σί­ας. Το Μονα­στή­ρι που κα­τα­σκευά­στη­κε γύ­ρω α­πό το να­ό, εί­ναι η κα­τοι­κί­α του «Καθο­λι­κού», του ε­πι­κε­φα­λής του Αρ­με­νικού Ιε­ρα­τεί­ου.

12. Σα­πω­νά­ρια ή σα­που­νό­χορ­το (Saponaria officinalis): Πρό­κει­ται για έ­να φυ­τό το ο­ποί­ο εί­ναι εν­δη­μι­κό στη Νό­τια Ευ­ρώ­πη και τη Νο­τιο­δυ­τι­κή Α­σί­α. Εί­ναι φυ­τό που σπά­νια ξε­περ­νά­ει σε ύ­ψος τα 60 εκ. και το ο­ποί­ο - λό­γω της αν­θε­κτι­κό­τη­τας του - μπο­ρεί να καλ­λιερ­γη­θεί σε κά­θε τύ­πο ε­δά­φους. Απο­τε­λεί καλ­λω­πι­στι­κό φυ­τό, λό­γω των πο­λύ ό­μορ­φων λου­λου­διών του.

13. Λύ­θρο ή βα­ρυ­κό­χορ­το ή σα­λι­κά­ρια ή άγνος: Γέ­νος δι­κο­τυ­λή­δο­νων φυ­τών της οι­κο­γέ­νειας των λυ­θριδών. Πε­ρι­λαμ­βά­νει πε­ρί­που 38 εί­δη πο­ω­δών ή θα­μνω­δών φυ­τών, τα ο­ποί­α συ­να­ντώ­νται σχε­δόν σε ό­λο τον κόσμο, ε­κτός α­πό την Α­νταρ­κτι­κή και τη Νό­τια Α­με­ρι­κή. Πολ­λά α­πό αυ­τά καλ­λιερ­γού­νται ως καλ­λω­πι­στι­κά.

14. Αλου­νί­της: Ο­ρυ­κτό με τη μορ­φή μι­κρών κρυ­στάλ­λων ή κοκ­κώδους μά­ζας, ά­χρω­μο, που χρη­σι­μο­ποιεί­ται στην πα­ρα­σκευ­ή της στυ­πτη­ρί­ας, κοι­νά, “στυ­πτη­ριά­της λί­θος”.

Share
 

Για να εξασφαλίσουμε τη σωστή λειτουργία του ιστότοπου, μερικές φορές τοποθετούμε μικρά αρχεία δεδομένων στον υπολογιστή σας, τα λεγόμενα «cookies». Οι περισσότεροι μεγάλοι ιστότοποι κάνουν το ίδιο. Περισσότερα...

"Δέχομαι"


ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΙΒΛΙΩΝ


διαφήμιση στο αρμενικά

armenian community

Online Επισκέπτες

Έχουμε 113 επισκέπτες συνδεδεμένους