Η εκκλησία της Παναγίας στην τουρκοκρατούμενη Αμμόχωστο Εκτύπωση

Α­λέ­ξαν­δρος-Μι­χα­ήλ Χατζη­λύ­ρας

Τεύχος: Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2011

 

 

 

 

Η εκ­κλη­σί­α της Πα­να­γί­ας του Καντσβώρ ή της Κα­λού­σας (α­πό το ρή­μα ganchel=κα­λώ) βρί­σκε­ται στο βο­ρειο­δυ­τι­κό ά­κρο της πε­ρι­τει­χι­σμέ­νης πό­λης της Αμ­μο­χώ­στου, σε ε­λά­χι­στη α­πό­στα­ση α­πό τα ε­ρεί­πια της πο­λύ με­γα­λύ­τε­ρης εκ­κλη­σί­ας των Καρ­με­λι­τών.

Η πα­ρου­σί­α των Αρ­με­νί­ων στην Αμ­μό­χω­στο χρο­νο­λο­γεί­ται του­λά­χι­στον α­πό την ί­δρυ­ση της Αρ­με­νι­κής Ε­πι­σκο­πής το 12ο αιώ­να· πε­ρί το 1360, η αρ­με­νι­κή πα­ροι­κί­α της πό­λης α­ριθ­μού­σε 1.500 ψυ­χές. Ε­πί Φρα­γκο­κρα­τίας και Ε­νε­το­κρα­τί­ας (1192-1489-1570), στην Αμ­μό­χω­στο - μια α­πό τις λα­μπρό­τε­ρες πό­λεις της Ευ­ρώ­πης - οι Αρ­μέ­νιοι εί­χαν ση­μα­ντι­κή συ­νει­σφο­ρά στο ε­μπό­ριο και διέθε­ταν τρεις εκ­κλη­σί­ες: του Α­γί­ου Σερ­γί­ου, της Α­γί­ας Βαρ­βά­ρας και της Πα­ναγί­ας του Καντσ­βώρ, που πι­στεύ­ε­ται πως α­πο­τε­λού­σε τμή­μα ε­νός ση­μα­ντι­κού μο­να­στι­κού, πο­λι­τι­στι­κού και θε­ο­λο­γι­κού ι­δρύ­μα­τος, στο ο­ποί­ο σπού­δα­σε ο Άγιος Νερ­σής ο Λα­μπρο­ναί­ος (1153-1198)· διέ­θε­τε ε­πί­σης σκρι­πτό­ριο, χει­ρό­γρα­φα του ο­ποί­ου σώ­ζο­νται στην αρ­με­νι­κή Μο­νή του Α­γί­ου Ια­κώ­βου στην Ιε­ρου­σα­λήμ. Υ­πάρ­χουν α­να­φο­ρές και για μια τέ­ταρ­τη εκ­κλη­σί­α, του Τι­μί­ου Σταυ­ρού, κα­θώς ε­πί­σης και μια αρ­με­νο­κα­θο­λι­κή της Πα­να­γί­ας των Πρα­σί­νων (de Vert).

 

Προ­σφύ­γες από την Κιλικία


Η σε­μνή εκ­κλη­σί­α της Πα­να­γί­ας του Καντσβώρ φαί­νε­ται ότι κτί­στη­κε με α­φορ­μή την ά­φι­ξη αρ­με­νί­ων προ­σφύ­γων που διέ­φυ­γαν α­πό τις επι­θέ­σεις των Μα­με­λού­κων στην Αι­γαί­α της Κι­λι­κί­ας το 1346. Η τε­χνο­τρο­πί­α της εί­ναι πα­ρα­δο­σια­κά αρ­με­νι­κή, ω­στό­σο η λι­θο­δο­μί­α της εί­ναι κυ­πρια­κή. Θυ­μί­ζει έ­να τε­τρά­γω­νο φρού­ριο με η­μι­θο­λω­τή α­ψί­δα στα α­να­το­λι­κά, έ­να πα­ρεκ­κλή­σι στη βο­ρειο­α­να­το­λι­κή πλευ­ρά, σταυ­ρό­σχη­μη στέ­γη και κε­ντρι­κό σφη­νό­λι­θο σε σχή­μα λου­λου­διού. Η στέ­γη εί­ναι α­πό ο­ρι­ζό­ντια γεί­σα, ε­νώ τα πα­ρά­θυ­ρα μι­κρά και α­ψι­δω­τά. Στους τοί­χους υ­πήρ­χαν, σε κα­κή κα­τά­στα­ση, αρ­μενι­κές τοι­χο­γρα­φί­ες που α­πει­κό­νι­ζαν την Πα­να­γί­α και το Χρι­στό, Α­πο­στόλους και Πα­τριάρ­χες, την Α­νά­στα­ση του Ι­η­σού, τη μα­στί­γω­ση του Κυ­ρί­ου, τη μετα­φο­ρά του Σταυ­ρού, τη σταύ­ρω­ση και την τα­φή του Χρι­στού, τον ευαγ­γε­λι­σμό της Θε­ο­τό­κου, τη Θεί­α Γέν­νη­ση, τη Θεί­α Βά­φτι­ση, τον Ά­γιο Γε­ώρ­γιο, την Α­γί­α Ε­λέ­νη, τον Ά­γιο Ιω­άν­νη τον Πρό­δρο­μο και την κοί­μη­ση της Θεο­τό­κου. Κά­ποιες ε­πι­χεί­ρη­σε να α­πο­κα­λύ­ψει ο George Jeffery το Νο­έμ­βριο του 1912. Μέ­χρι και λί­γο με­τά το 1862 υ­πήρ­χε ε­πί­σης έ­να μι­κρό κα­μπα­να­ριό.

Η εκ­κλη­σί­α χρη­σι­μο­ποιεί­το μέ­χρι και το 1571, ό­ταν -με­τά α­πό μια 11μηνη πο­λιορ­κί­α- την πό­λη κα­τέ­λα­βαν οι Ο­θω­μα­νοί με τον πιο βάρ­βα­ρο τρό­πο. Α­μέσως με­τά τη σφα­γή των κα­τοί­κων και τη λε­η­λά­τη­ση και την ιε­ρό­συ­λη βε­βή­λωση των δε­κά­δων εκ­κλη­σιών της, η πε­ρι­τει­χι­σμέ­νη πό­λη της Αμ­μο­χώ­στου έ­γι­νε ά­βα­το για τους μη-Μου­σουλ­μά­νους μέ­χρι και τα πρώ­τα χρόνια της Αγ­γλο­κρα­τί­ας (1878-1960).

 

H α­ναστή­λω­ση της εκ­κλη­σί­ας


Με­τά α­πό με­σο­λά­βη­ση του Αρ­χιε­πι­σκό­που Πε­τρός Σα­ρα­τζιάν, μέ­σω του Μι­χράν Σε­βαζ­λιάν και του Δι­κη­γό­ρου του Στέμ­μα­τος Κα­σπάρ Α­μιρα­γιάν, ο Έ­φο­ρος Αρ­χαιο­τή­των George Jeffery, έ­δει­ξε εν­δια­φέ­ρον για την εκ­κλησί­α και τον Ιού­λιο του 1907 το­πο­θε­τή­θη­κε σι­δε­ρέ­νια πόρ­τα και έ­γι­ναν με­ρι­κές συ­ντη­ρή­σεις, ε­νώ το Δε­κέμ­βριο του 1907, μα­ζί με άλ­λες πα­ρα­κεί­με­νες εκ­κλη­σί­ες, πε­ρι­λή­φθη­κε στον κα­τά­λο­γο των αρ­χαί­ων μνη­μεί­ων βά­σει του Νό­μου Αρ­χαιο­τή­των IV/1905. Τον Ια­νουάριο του 1931 έ­γι­νε εκ­κα­θά­ρι­ση των χα­λα­σμά­των. Στις 15 Μαρ­τί­ου 1932 ξε­κί­νη­σε η α­ναστή­λω­ση της εκ­κλη­σί­ας, η ο­ποί­α ο­λο­κλη­ρώ­θη­κε στα τέ­λη Νο­εμ­βρί­ου. Κα­τά το διά­στη­μα αυ­τό, ο Jeffery έ­κα­νε τα­κτι­κές ε­πι­σκέ­ψεις, ε­νώ ο Αμι­ρα­γιάν φαί­νε­ται ό­τι ε­ξέ­φρα­σε την ά­πο­ψη πως το οι­κο­δό­μη­μα θα ή­ταν κα­λό να δια­τη­ρη­θεί ως ε­θνι­κό μνη­μεί­ο πα­ρά ως εκ­κλη­σί­α.

Ω­στό­σο, λό­γω της πλη­θυ­σμια­κής αύ­ξη­σης της αρ­με­νι­κής παροι­κί­ας της Αμ­μο­χώ­στου, ως α­πο­τέ­λε­σμα της Αρ­με­νι­κής Γε­νο­κτο­νί­ας, το ζή­τη­μα προ­σέλ­κυ­σε την προ­σο­χή της Αρ­με­νι­κής Μητρό­πο­λης Κύ­πρου. Στις 19 Α­πρι­λί­ου 1934 ο Συ­γκα­θή­με­νος Κα­θόλι­κος (Πα­τριάρ­χης) του Με­γά­λου Οί­κου της Κι­λι­κί­ας, Παπ­κέν Γκιου­λε­σε­ριάν, επι­σκέ­φθη­κε την εκ­κλη­σί­α. Ε­κεί διέ­κρι­νε τον αρ­με­νι­κό αρ­χι­τε­κτο­νι­κό ρυθ­μό της, τις τοι­χο­γρα­φί­ες, το ιε­ρό και το βα­φτι­στή­ρι στο βό­ρειο τμή­μα της. Οι τοι­χο­γρα­φί­ες δυ­στυ­χώς εί­χαν σχε­δόν κα­τα­στρα­φεί, ε­νώ στη διάρ­κεια των αιώ­νων Αρ­μέ­νιοι και άλ­λοι εί­χαν χα­ρά­ξει τα ο­νό­μα­τά τους πά­νω στους τοί­χους. Εί­ναι δε εν­δια­φέ­ρον να α­να­φέ­ρου­με ό­τι, κα­τά την ε­πί­σκε­ψή του στην πε­ριοχή, ο Παπ­κέν ε­ντό­πι­σε έ­να χα­τσκάρ στο βο­ρειο­δυ­τι­κό τμή­μα μιας εκ­κλη­σί­ας ό­χι μα­κριά α­πό την εκ­κλη­σί­α της Πα­να­γί­ας του Κα­ντσβώρ.

 

Συμ­βό­λαιο για εκ­μί­σθω­ση


Με­τά την ε­πί­σκε­ψή του, ο Παπ­κέν ε­ξέ­φρα­σε την ά­πο­ψη ό­τι θα έ­πρεπε η εκ­κλη­σί­α να δο­θεί σους Αρ­μέ­νιους. Έ­τσι, ο Αρ­χιε­πί­σκο­πος Πε­τρός Σα­ρα­τζιάν ήρ­θε σε ε­πα­φή με το Τμή­μα Αρ­χαιο­τή­των. Ω­στό­σο, α­παι­τού­νταν 100 σελίνια για ε­πι­διορ­θώ­σεις, τις ο­ποί­ες δεν μπο­ρού­σε να δια­θέ­σει η Μη­τρό­πο­λη. Τε­λι­κά, συμ­φω­νή­θη­κε η εκ­μί­σθω­ση της εκ­κλη­σί­ας για πε­ρί­ο­δο 99 ε­τών, με ο­νο­μα­στι­κό ε­νοί­κιο 5 σε­λί­νια/έ­τος. Το συμ­βό­λαιο υ­πο­γρά­φη­κε στις 7 Μαρτί­ου 1936, με προ­ϋ­πό­θε­ση ό­τι οι £60 θα δί­νο­νταν ά­με­σα για τις α­να­γκαί­ες ε­πι­διορθώ­σεις. Τις £60 τε­λι­κά έ­δω­σε ο ντό­πιος γαιο­κτή­μο­νας Στε­πάν Ε­ρα­μιάν, ε­νώ το υ­πό­λοι­πο κα­λύ­φθη­κε α­πό ει­σφο­ρές με­λών της κοι­νό­τη­τας.

Με­τα­ξύ 1937-1944 έ­γι­ναν διά­φο­ρες ε­πι­διορ­θώ­σεις με την ι­διαί­τε­ρη φρο­ντίδα του νέ­ου Ε­φό­ρου Αρ­χαιο­τή­των, Theophi-lus Mogabgab· λό­γω του Β’ Πα­γκο­σμί­ου Πο­λέ­μου, το έρ­γο προ­χω­ρού­σε αρ­γά. Τε­λι­κά, η πρώ­τη Λει­τουρ­γί­α τε­λέ­στη­κε την Κυ­ριακή, 14 Ια­νουα­ρί­ου 1945 α­πό τον Αρ­χι­μαν­δρί­τη Κρι­κόρ Μπα­χλα­βου­νί (γνω­στό και ως «Το­πάλ Βαρ­τα­μπέτ», πι­θα­νό­τα­τα α­πό τραυ­μα­τι­σμό που υ­πέστη κα­τά την υ­πη­ρε­σί­α του στην Αρ­με­νι­κή Λε­γε­ώ­να) με πα­ρου­σί­α πλή­θους κό­σμου. Στις 22 Α­πρι­λί­ου 1945 ε­δώ έ­γι­νε η ε­πί­ση­μη τε­λε­τή μνή­μης της Γε­νο­κτο­νί­ας, χο­ρο­στα­τού­ντος και πά­λιν του Το­πάλ Βαρ­τα­μπέτ. Το 1947 ή το 1948 ε­δώ λει­τούρ­γη­σε ο Κα­θό­λι­κος (Πα­τριάρ­χης) Κα­ρε­κίν Α’.

Η βά­ση του σταυ­ρού δω­ρή­θη­κε το 1949 α­πό την οι­κο­γέ­νεια του Χα­γκόπ Τζε­ρετζιάν, ε­νώ το βα­φτι­στή­ρι α­πό την οι­κο­γέ­νεια του Χα­γκόπ Νι­κο­λιάν. Η εκ­κλη­σία γιόρ­τα­ζε την τρί­τη Κυ­ρια­κή του Μά­η, αλ­λά και στις άλ­λες γιορ­τές της Πα­ναγί­ας και λει­τουρ­γού­σε με­ρι­κές φο­ρές το χρό­νο. Ω­στό­σο, κα­θώς η εκ­κλη­σί­α ήταν μα­κριά α­πό τα Βα­ρώ­σια, στα ο­ποί­α κα­τοι­κού­σαν οι Αρ­μέ­νιοι της Αμ­μο­χώ­στου, το χει­μώ­να οι Λει­τουρ­γί­ες τε­λού­νταν συ­νή­θως στο ε­νοι­κια­ζό­με­νο κτί­ριο του Αρ­με­νι­κού Σχο­λεί­ου Αμ­μο­χώ­στου.

 

Σε τουρ­κι­κό γκέ­το


Στις 8 Μαρ­τί­ου 1957 η εκ­κλη­σί­α κά­η­κε α­πό εξ­τρε­μι­στές Τουρ­κο­κύ­πριους, που τη διέρ­ρη­ξαν και προ­κά­λε­σαν ζη­μιές £300-£400. Το γε­γο­νός αυ­τό έ­κα­νε τη Μη­τρό­πο­λη να ζη­τή­σει μια άλ­λη εκ­κλη­σί­α, κά­τι που οι α­ποι­κια­κές αρ­χές αρ­νή­θη­καν. Τε­λι­κά, α­πό το 1962 και με­τά α­πό πα­ρα­χώ­ρη­ση της Ιε­ράς Αρ­χιεπι­σκο­πής Κύ­πρου, η πα­ροι­κί­α της Αμ­μο­χώ­στου χρη­σι­μο­ποιού­σε την εκ­κλη­σί­α της Α­γί­ας Πα­ρα­σκευ­ής στα Κά­τω Βα­ρώ­σια, ε­νώ για τις ση­μα­ντι­κές Λει­τουρ­γί­ες χρη­σι­μο­ποιό­ταν η εκ­κλη­σί­α το Α­γί­ου Ιω­άν­νη. Α­πό τον Ια­νουά­ριο του 1964, με­τά την εκ­δή­λω­ση της τουρ­κο­κυ­πρια­κής α­νταρ­σί­ας, η πε­ρι­τει­χι­σμέ­νη πό­λη κα­τέστη τουρ­κι­κό γκέ­το και α­προ­σπέ­λα­στη για τους Χρι­στια­νούς, ε­νώ τον Αύ­γου­στο του 1974 κα­τα­λή­φθη­κε α­πό τους τούρ­κους ει­σβο­λείς, ό­πως και η υ­πό­λοι­πη πό­λη της Αμ­μο­χώ­στου. Κα­τά την πε­ρί­ο­δο 1964-2005, ό­ταν πλέ­ον α­πο­χα­ρα­κτη­ρί­στη­κε α­πό «στρα­τιω­τι­κή πε­ριο­χή», χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­κε ως οι­κί­α, στά­βλος, πυ­ρι­τι­δα­πο­θή­κη, ο­πλα­πο­θή­κη και α­πο­θή­κη προ­μη­θειών.

Λε­η­λα­τη­μέ­νη, βου­βή και α­λει­τούρ­γη­τη, πε­ρι­μέ­νει υ­πο­μο­νε­τι­κά την επι­στρο­φή των νό­μι­μων ι­διο­κτη­τών της, μα­ζί με το ε­ρει­πω­μέ­νο Αρ­με­νο­μο­νά­στηρο (Μο­νή Α­γί­ου Μα­κα­ρί­ου) στη Χα­λεύ­κα και την (υ­πό ε­πι­διόρ­θω­ση) εκ­κλη­σί­α της Παρ­θέ­νου Μα­ρί­ας στην πα­λιά Λευ­κω­σί­α.

 


[Top]