Ανί Εκτύπωση E-mail

Η πόλη με τις «χίλιες και μία εκκλησίες» και τις «σαράντα πύλες».
Η θρυλική πρωτεύουσα της δυναστείας των Βαγρατιδών (Πακραντουνί), η διαχρονική πρωτεύουσα στην καρδιά όλων των Αρμενίων.

ani 90Οβαννές Γαζαριάν
Ιούλιος- Σεπτέμβριος 2016, τεύχος 90

Οι Αρμένιοι χρονογράφοι Γαζάρ και Γεγισέ Παρπετσί αναφέρουν για πρώτη φορά την Ανί τον 5ο μ.Χ. αιώνα και την περιγράφουν ως ένα ισχυρό φρούριο, από το οποίο πήρε το όνομά της και η πόλη. Παλαιότερα είχε την ονομασία «Χναμκ», που στα αρμενικά σημαίνει «φροντίζω», χωρίς όμως οι ιστορικοί να γνωρίζουν από πού προήλθε.
Το 961 μ.Χ. ο Ασότ ο 3ος Πακραντουνί μετέφερε την πρωτεύουσα της χώρας από το Καρς, όπου βρισκόταν μέχρι τότε, στην Ανί και η πόλη άρχισε να αναπτύσσεται με γοργούς ρυθμούς, ιδιαίτερα κατά τη βασιλεία του Σμπατ του 2ου (977-989). Το 992 μ.Χ. το αρμενικό Πατριαρχείο μεταφέρει την έδρα του στην Ανί, τη στιγμή που ο πληθυσμός της πόλης αγγίζει τους 100.000 κατοίκους.
Η πόλη φτάνει στην ακμή της κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Γκαγκίκ του 1ου (989-1020) κι αποκτά τη φήμη της πόλης με τις «σαράντα πύλες και τις χίλιες και μία εκκλησίες». Μετά το θάνατο του Γκαγκίκ, ξεσπά διαμάχη ανάμεσα στους δύο γιους του για τη διαδοχή. Τελικά, ο πρωτότοκος, Χοβανές Σμπατ (1020-1041), αποκτά τον έλεγχο της πόλης, ενώ ο αδελφός του, Ασότ ο 4ος, γίνεται κυρίαρχος άλλων εδαφών της δυναστείας Πακραντουνί. Ο Χοβανές Σμπατ, βλέποντας τις βλέψεις των Βυζαντινών για την Ανί, έρχεται σε συμφωνία με τον αυτοκράτορα Βασίλειο Β’, βάσει της οποίας, μετά το θάνατό του, το βασίλειο και η πόλη θα παραδίδονταν στους Βυζαντινούς. Όταν, το 1041, ο Χοβανές Σμπατ πεθαίνει, ο διάδοχος του Βασιλείου Β’ θέλησε να ενεργοποιήσει τη συμφωνία, όμως ο νέος βασιλιάς Γκαγκίκ ο 2ος δεν την αποδέχθηκε.
Ακολούθησαν πολλές επιδρομές των Βυζαντινών με σκοπό την κατάληψη της Ανί, η οποία τελικά πραγματοποιήθηκε το 1045, με τη βοήθεια φιλο-βυζαντινών κατοίκων της Ανί. Η πόλη, παρόλο που δεν βρισκόταν πάνω σε κάποια σημαντική εμπορική γραμμή, λόγω του μεγέθους, της δύναμης και του πλούτου της, έγινε σημαντικό εμπορικό κέντρο μεταξύ Βυζαντινών, Περσών και Αράβων. Ο δρόμος του μεταξιού, μέσω του οποίου διεξαγόταν το εμπόριο ανάμεσα σε Βυζάντιο και Κίνα, περνούσε από την Ανί. Στο μεταξύ, οι κατακτητές της πόλης διαδέχονταν ο ένας τον άλλον· 1064: Σελτζούκοι, 1072: Σαδαδίδες (μουσουλμανική κουρδική δυναστεία), 1124, 1161, 1174, 1199: Γεωργιανοί και Σαδαδίδες εναλλάξ, 1236: Μογγόλοι, 1380: Ταμερλάνος, 1441: Πέρσες, 1579: Οθωμανοί Τούρκοι, έως και σήμερα. Μια μικρή πόλη συνέχισε να διατηρείται εντός των τειχών, τουλάχιστον μέχρι τα μέσα του 17ου αιώνα, κι εγκαταλείφθηκε εντελώς στις αρχές του 18ου.
Το πρώτο μισό του 19ου αιώνα, Ευρωπαίοι ταξιδιώτες ανακάλυψαν την Ανί κι έγινε γνωστή στη Δύση από περιγραφές σε επιστημονικά και ταξιδιωτικά περιοδικά. Το 1878, η περιοχή του Καρς, συμπεριλαμβανομένης και της Ανί, ενώθηκε με τα εδάφη της ρωσικής αυτοκρατορίας. Το 1892 έγιναν οι πρώτες ανασκαφές στην Ανί, οι οποίες συνεχίστηκαν έως το 1917, χρηματοδοτούμενες από την Ακαδημία Επιστημών της Αγίας Πετρούπολης και καθοδηγούμενες από τον Ρώσο αρχαιολόγο Νικολάι Μαρ.
Κατά τις ανασκαφές, μεγάλος αριθμός κτηρίων βγήκε στην επιφάνεια και πραγματοποιήθηκαν επισκευές σε κτήρια τα οποία κινδύνευαν να κατολισθήσουν. Επιπλέον, δημιουργήθηκε Μουσείο στο τέμενος Μινουτσχίρ, σε ειδικά κτισμένο πέτρινο κτήριο, για να στεγάσει τα δεκάδες χιλιάδες ευρήματα των ανασκαφών.
Τον Απρίλιο του 1918, κατά τη διάρκεια των τελευταίων σταδίων του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, οι Τούρκοι καταλαμβάνουν το Καρς. Στην Ανί, 6000 αντικείμενα (όσα ήταν εύκολο να μεταφερθούν) αφαιρέθηκαν από το Μουσείο και υπό την εποπτεία του Ασχαρμπέκ Καλαντάρ, βοηθό του Νικολάι Μαρ, μεταφέρθηκαν στο Ερεβάν (σήμερα είναι μέρος της συλλογής του Κρατικού Μουσείου Αρμενικής Ιστορίας). Όσα εκθέματα έμειναν στην Ανί είτε λεηλατήθηκαν είτε καταστράφηκαν από τους Τούρκους. Μετά το τέλος του πολέμου και για μικρό χρονικό διάστημα, η Ανί δόθηκε στην Αρμενία. Το 1920, με νέα επίθεση των Τούρκων κατά της Αρμενίας, η Ανί επανακαταλήφθηκε.
Το 1921, με τη Συνθήκη του Καρς επισημοποιήθηκε η ένταξη του εδάφους που περιέχει την Ανί στην Τουρκία. Τον Μάιο του 1921, η Μεγάλη Εθνοσυνέλευση της Τουρκίας εξέδωσε εντολή στον διοικητή του Ανατολικού Μετώπου, Καζίμ Καραμπεκίρ, «τα μνημεία της Ανί να σβηστούν από προσώπου γης». Ο Καραμπεκίρ στα απομνημονεύματά του σημειώνει ότι ο ίδιος απάντησε περιφρονητικά στην εντολή, αλλά η εξαφάνιση των ιχνών από τις ανασκαφές και τις επισκευές των κτηρίων τον διαψεύδουν.
Σήμερα η Ανί είναι μια πόλη φάντασμα, ακατοίκητη για πάνω από 3 αιώνες. Βρίσκεται μέσα σε στρατιωτική ζώνη στα σύνορα με την Αρμενία, παραμελημένη εντελώς, ενώ οι σεισμοί, οι βανδαλισμοί, τα παρακείμενα λατομεία και η πολιτική «πολιτισμικών εκκαθαρίσεων» των Τούρκων έχουν συμβάλει στην περαιτέρω καταστροφή των μνημείων. Σύμφωνα με τον οργανισμό «Landmarks Foundation», ο χώρος της Ανί πρέπει να προστατευτεί, ανεξάρτητα σε ποιανού δικαιοδοσία εμπίπτει. Μέχρι το 2004 υπήρχαν περιορισμοί στους επισκέπτες, διότι η περιοχή ήταν κάτω από στρατιωτικό έλεγχο και χρειαζόταν ειδική άδεια. Σήμερα, παρόλο που ο στρατιωτικός έλεγχος παραμένει, δεν υπάρχουν περιορισμοί, ενώ ο οδηγός της Lonely Planet προτείνει την επίσκεψη στην Ανί, εντάσσοντάς την στα 18 καλύτερα μέρη της Τουρκίας.
Παρόλο που η Τουρκία δηλώνει ότι καταβάλλει κάθε προσπάθεια για να διατηρηθεί και να αναπτυχθεί ο χώρος, τον Οκτώβριο του 2011, μια έκθεση της «Global Heritage Fund» συμπεριέλαβε και την Ανί στη λίστα με τα μνημεία από όλον τον κόσμο που κινδυνεύουν από ανεπανόρθωτη απώλεια και καταστροφή, επικαλούμενη ως αιτία την ανεπαρκή διαχείριση και λεηλασία.

 

Μνημεία της Ανί που σώζονται έως και σήμερα

Όλα τα κτίσματα της Ανί είχαν κατασκευαστεί από τοπικό ηφαιστειογενές πέτρωμα βασάλτη, το οποίο εύκολα λαξεύεται κι υπάρχει σε ποικιλία χρωμάτων, από κρεμώδες κίτρινο έως τριανταφυλλί-κόκκινο και μαύρο. Τα πιο σημαντικά μνημεία που σώζονται μέχρι σήμερα είναι τα εξής:
Τα τείχη της πόλης: Μια γραμμή από τείχη χτισμένα από τον βασιλιά Σμπατ (977-989) περιέβαλλε όλη την πόλη.
Το κάστρο: Στη νότια πλευρά του αρχαιολογικού χώρου βρίσκεται το κάστρο. Η κατασκευή του ξεκίνησε τον 7ο αιώνα, ενώ βελτιώσεις πραγματοποιούνταν μέχρι και τον 13ο αιώνα.
Το παλάτι: Χρονολογείται στα τέλη 12ου - 13ου αιώνα και βρίσκεται στην άκρη της Ανί, βορειοδυτικά. Μια θεωρία αναφέρει ότι ήταν ένα στρατιωτικό κτήριο, άλλη θεωρία πιθανολογεί ότι επρόκειτο για την κατοικία ενός πλούσιου εμπόρου, πιθανόν του Τιγκράν Χονέντς, ή κάποιου πρίγκιπα, ή κάποιου επισκόπου. Τη δεκαετία του 1990 έγιναν αναστηλώσεις στο κτήριο, οι οποίες έχουν λάβει αρνητική κριτική.
Ο καθεδρικός ναός: Ο ναός είναι γνωστός κι ως «Σουρπ Αστβατζατζίν». Η κατασκευή του ξεκίνησε το 989 κι ολοκληρώθηκε το 1001 ή το 1010. Ο σχεδιασμός του ναού αποτελεί έργο του διάσημου αρχιτέκτονα της μεσαιωνικής Αρμενίας, Ντρτάντ.
Η εκκλησία του Αγίου Γρηγορίου: Πρόκειται για ένα από τα πιο καλά διατηρημένα μνημεία στην Ανί. Η οικοδόμησή της ολοκληρώθηκε το 1215, κατόπιν παραγγελίας του πλούσιου εμπόρου Ντικράν Χονέτς. Το εσωτερικό της εκκλησίας περιέχει μια μοναδική σειρά από τοιχογραφίες που ανακυκλώνουν δύο θέματα. Στο ανατολικό τμήμα της εκκλησίας παρουσιάζεται η ζωή του Αγίου Γρηγορίου του Φωτιστή, ενώ στο μεσαίο μέρος η ζωή του Χριστού. Τέτοιου είδους επαναλήψεις στη θεματολογία είναι σπάνιες στην αρμενική αρχιτεκτονική.
Η εκκλησία της Αγίας Σωτηρίας: Ο ναός ολοκληρώθηκε λίγο μετά το έτος 1035 κι είχε μοναδικό εσωτερικό κι εξωτερικό σχεδιασμό. Χτίστηκε για να στεγάσει κομμάτι του Τίμιου Σταυρού.
Η εκκλησία των Αγίων Αποστόλων: Η ακριβής ημερομηνία κατασκευής δεν είναι γνωστή, αλλά η τελευταία επιγραφή των τειχών με χρονολογία αναφέρει το 1031. Η εκκλησία χρησιμοποιήθηκε από τους αρχιεπισκόπους της Ανί ως έδρα.
Ο Ναός του Αγίου Γρηγορίου (του βασιλιά Γκαγκίκ): Κατά τη βασιλεία του Γκαγκίκ (989-1020), ο αρχιτέκτονας Ντρτάντ σχεδίασε το ναό του Αγίου Γρηγορίου ως την «κατασκευή της χιλιετίας», μεταξύ των ετών 1001-1005. Ο ναός αυτός θεωρείται από τις πιο σημαντικές ανακαλύψεις του Νικολάι Μαρ κατά τις ανασκαφές του 1905 και 1906.
Η εκκλησία Κίζκαλε: Η τουρκική ονομασία Κίζκαλε μεταφράζεται ως το κάστρο της κόρης. Η αρμενική του ονομασία είναι Γκουισιαμρότς, έχει την ίδια σημασία και μεταφράζεται «Το κάστρο της Παρθένας».
Η γέφυρα στον ποταμό Αχουριάν: Σήμερα σώζονται τα ερείπια μιας γέφυρας της εποχής των Πακραντουνί, κατασκευής 11ου ή ίσως 13ου αιώνα, στον ποταμό Αχουριάν, φυσικό σύνορο Τουρκίας - Αρμενίας. Μια επιγραφή που έχει βρεθεί δίπλα στη γέφυρα φανερώνει ότι επισκευές σε αυτήν έγιναν τον 14ο αιώνα. Σήμερα, η μισή γέφυρα ανήκει στην Τουρκία κι η άλλη μισή στην Αρμενία, ενώ η πρόσβαση σε τουρίστες δεν είναι εφικτή.
Μοναστήρι των Παρθένων Χριψιμιανών: Βρίσκεται σε μικρό ύψωμα, απομονωμένο από την υπόλοιπη πόλη, με θέα τον ποταμό Αχουριάν και χρονολογείται στα μέσα του 11ου ή στις αρχές του 13ου αιώνα. Το όνομα του μοναστηριού προέρχεται από την Παρθένα Μάρτυρα Αγία Χριψιμέ και πιθανολογείται ότι υπήρχε εκεί μια κοινότητα καλογριών.
Ζωροαστρικό τέμπλο της Φωτιάς: Ανακαλύφθηκε από τις ανασκαφές του Νικολάι Μαρ το 1909. Χρονολογείται από τις αρχές του 1ου αιώνα μέχρι τα μέσα του 4ου. Αποτελεί ένα από τα αρχαιότερα μνημεία στην Ανί και το γεγονός ότι είναι τέμπλο της φωτιάς αποδεικνύει την ύπαρξη σημαντικών μνημείων στην πόλη πριν τη χριστιανική περίοδο.
Το τέμενος Μινουτσίχρ: Ιδρύθηκε από τον Μινουτσίχρ, πρώτο μέλος της δυναστείας των Σαδαδιδών, ο οποίος κυβέρνησε την Ανί μετά το 1072. Στον μιναρέ υπάρχει αραβική επιγραφή που γράφει «εις το όνομα του Θεού» σε καλλιγραφική μορφή «κουφίκ».

Share
 

Για να εξασφαλίσουμε τη σωστή λειτουργία του ιστότοπου, μερικές φορές τοποθετούμε μικρά αρχεία δεδομένων στον υπολογιστή σας, τα λεγόμενα «cookies». Οι περισσότεροι μεγάλοι ιστότοποι κάνουν το ίδιο. Περισσότερα...

"Δέχομαι"


ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΙΒΛΙΩΝ


διαφήμιση στο αρμενικά

armenian community

Online Επισκέπτες

Έχουμε 116 επισκέπτες συνδεδεμένους